Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βραδέως

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

French (Bailly abrégé)

adv.
1 lentement;
2 tardivement;
Cp. βραδύτερον ou βράδιον ; Sp. βραδύτατα.
Étymologie: βραδύς.

Greek Monotonic

βραδέως: επίρρ. του βραδύς, βλ. αυτ.

Russian (Dvoretsky)

βρᾰδέως: (compar. βραδύτερον и βράδιον)
1) медленно, медлительно, неторопливо Thuc., Plat., Arst.;
2) с опозданием, поздно Hes., Plat.: ἕως β. ἦν τῆς ἡμέρας Diog. L. до позднего часа.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βραδέως adv. van βραδύς.