Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βραδύς

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: βρᾰδύς Medium diacritics: βραδύς Low diacritics: βραδύς Capitals: ΒΡΑΔΥΣ
Transliteration A: bradýs Transliteration B: bradys Transliteration C: vradys Beta Code: bradu/s

English (LSJ)

εῖα, ύ: Comp.

   A βραδύτερος Th.4.8; metath. βαρδύτερος Theoc.29.30; βραδίων Artem.1.70: Sup. βραδύτατος Ar.Fr.357, also βράδιστος (metath. βάρδιστος Il.23.310,530, Doroth(?).ap.Heph. Astr.3.30) Aret.SD1.6, βραδίστατος Ael.Fr.325 :—slow, κιχάνει τοι β. ὠκύν Od.8.329, etc.: c. inf., ἀλλά τοι ἵπποι βάρδιστοι θείειν slowest at running, Il.23.310; β. λέγειν E.HF237, etc.; τὸ β. delay, Pl.Lg. 766e. Adv. βραδέως, χωρεῖν Th.5.70; θεῖν Pl.Prt.336a, etc.: Comp. -ύτερον Hp.Prog.22, Pl.Tht.190a; βραδυτέρως Aen.Tact.16.12; βράδῐον Hes.Op.528, Sor.1.117 (condemned by Luc.Sol.7): Sup. -ύτατα Pl.Ti.39b.    2 of the mind, dull, sluggish, ἐπιλήσμων καί β. Ar.Nu.129; opp. ἀγχίνους, Pl.Phdr.239a; βράδιστοι τὴν γνώμην Aret.l.c.: c. inf., προνοῆσαι βραδεῖς Th.3.38; τὸ β. καὶ μέλλον slowness and deliberation, Th.1.84. Adv. βραδέως, βουλεύεσθαι ib.78; β. ὀλίγην ὀργὴν ποιεῖσθαι Pl.Phdr.233c.    3 in Egypt, of illiterates, βραδέως, βραδύτερον γράφειν, PTeb.316.101 (i A. D.), PRyl.173.13 (i A. D.); also βραδέα γράφουσα BGU446.19 (ii A. D.).    II of Time, tardy, late, σὺν χρόνῳ β. μολών S.Tr.395, cf. Th.7.43; βραδεῖαν . . ὁδὸν πέμπων S.Aj.738. Adv., ἕως βραδέως ἦν τῆς ἡμέρας D.L.2.139: neut. as Adv., ὀψὲ καὶ βραδὺ τῆς ἡλικίας Hld.2.29; βράδιον ἀπογαλακτίζειν Sor. l.c.

German (Pape)

[Seite 461] εῖα, ύ, langsam; βραδέες ἵπποι Iliad. 8, 104; Gegensatz ὠκύς Odyss. 8, 329 κιχάνει τοι βραδὺς ὠκύν, ὡς καὶ νῦν Ἥφαιστος ἐὼν βραδὺς εἷλεν Ἄρηα, ὠκύτατόν περ ἐόντα θεῶν; Gegensatz ταχύς Plat. Tim. 80 a; θᾶττον καὶ βραδύτερον Phil. 25 c; ὀξύς Thuc.; ποδωκέστατοι – βραδύτατοι Xen. Cyn. 5, 17; τὸ βραδύ, die Langsamkeit, Plat. Legg. VI, 766 e; c. inf., ὠφελεῖν πάτραν, saumselig, Eur. bei Ar. Ran. 1427. – Vom Geiste, dem ἀγχίνους entgeggstzt, Plat. Phaedr. 239 a; vgl. Iliad. 10, 226. – Von der Zeit, spät, Thuc. 7, 43; σὺν χρόνῳ βραδεῖ μολών Soph. Tr. 395; ὀψὲ καὶ βραδὺ τῆς ἡλικίας Heliod. 2, 29; βραδέως τῆς ἡμέρας D. L. 2, 139. – Comparat. gew. βραδύτερος, βραδύτατος; auch βραδίων, Hes. O. 526; Plut. Fab. 12; βράσσων (aus βραδίων) Hom. Iliad. 10, 226 ἀλλά τέ οἱ βράσσων τε νόος λεπτὴ δέ τε μῆτις; aber Scholl. Aristonic. ἡ διπλῆ, ὅτι οἱ γλωσσογράφοι βράσσων ἀντὶ τοῦ ἐλάσσων. οὐδαμοῦ κέχρηται τούτῳ Ὅμηρος. ἀποδοτέον οὖν βρασσόμενος, ταρασσόμενος διὰ τὸ δέος, οὐχ ἑστηκὼς διὰ τὴν ἀγωνίαν. ἅπαξ δὲ ἐνταῦθα κέχρηται τῇ λέξει. Vgl. unter βράζω, βραχύς und βράσσων. – Superl. βράδιστος, E. M.; βάρδιστος, s. oben besonders.

Greek (Liddell-Scott)

βρᾰδύς: εῖα, ῦ, συγκρ. βραδύτερος, Ἱππ. Προγν. 44· μεταθ. βραδύτερος Θεόκρ. 29. 30· ποιητ. βραδίων Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 526· βράσσων (ἴδε ἐν λ.)· ὑπερθ. βραδύτατος, ὡσαύτως βράδιστος (μεταθ. βάρδιστος Ἰλ. Ψ. 310. 530), Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 324. (Πρὸς √ ΒΡΑΔ, πρβλ. Σανσκρ. mridus (tener, lentus), Σλαυ. mlad ŭ (tener).) Βραδύς, ἀντίθετ. τῶ ταχὺς ἢ ὠκύς, Ὅμ., κτλ.: - μ. ἀπαρ., ἀλλά τοι ἵπποι βάρδιστοι θείειν, βραδύτατοι εἰς τὸ τρέχειν, Ἰλ. Ψ. 310· β. λέγειν Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 237, κτλ.: - Ἐπίρρ., βραδέως χωρεῑν Θουκ. 5. 70· θεῖν Πλάτ. Πρωτ. 336Α. κτλ.· συγκρ. -ύτερον ὁ αὐτ. Θεαιτ. 190Α· ὑπερθ. –ύτατα ὁ αὐτ. Τιμ. 39Β. 2) ἐπὶ τοῦ νοῦ, ὡς τὸ Λατ. tardus, βράσσων νόος Ἰλ. Κ. 226· ἐπιλήσμων καὶ βρ. Ἀριστοφ. Νεφ. 129· ἀντίθετον τῷ ἀγχίνους, Πλάτ. Φαίδρ. 239Α· μετ᾽ ἀπαρ., προνοῆσαι βραδεῖς Θουκ. 3. 38· τὸ βρ. καὶ μέλλον, ἡ βραδύτης καὶ τὸ ἀναποφάσιστον, ὁ αὐτ. 1. 84. - Ἐπίρρ., βραδέως βουλεύεσθαι αὐτόθι 78. ΙΙ. ἐπὶ χρόνου, ἀργός, Ἱππ. ὡς ἀνωτ., Σοφ. Τρ. 395, Θουκ. 7. 43· οὕτως ἐπὶ ὁδοιπορίας, βραδεῖαν… ὁδὸν πέμπων Σοφ. Αἴ. 738· ἐπίρρ., Πλάτ. Φαίδρ. 233C· ἓως βραδέως ἦν τῆς ἡμέρας Διογ. Λ. 2. 139.

French (Bailly abrégé)

εῖα, ύ;
1 lent ; en parl. du caractère lent, tranquille, indolent ; τὸ βραδὺ καὶ τὸ μέλλον THC habitudes de lenteur et de temporisation ; avec un inf. προνοῆσαι βραδύς THC lent à prévoir;
2 tardif;
Cp. βραδύτερος (poét. βαρδύτερος) ou βραδίων ; Sp. βραδύτατος (poét. βάρδιστος).
Étymologie: cf. skr. mrdus.

English (Autenrieth)

εῖα, ύ, sup. βάρδιστος: slow.

Spanish (DGE)

(βρᾰδύς) -εῖα, -ύ

• Alolema(s): jón. fem. -έα Hp.Vict.1.35

• Morfología: [plu. nom. βραδέες Il.8.104; compar. βραδύτερος Th.4.8, βαρδύτερος Theoc.29.30, βραδίων Artem.1.70, neutr. βράδιον Hes.Op.528; sup. βράδιστος Aret.SD 1.6.8, βραδίστατος Ael.Fr.325, βάρδιστος Il.23.310, 530, Theoc.15.104]
A adj.
I 1lento de animales, esp. de raza equina ἵπποι Il.8.104, cf. 23.310, 530, X.Cyr.5.4.6, β. ἐστί τις ὥσπερ ὄνος Ar.Au.1328, cf. X.Cyn.5.17
de ciertos dioses y pers. Ἥφαιστος Od.8.330, de un mensajero, S.Ai.739 (pero cf. 738 infra), de los ancianos β. ... καὶ πρεσβύτης Pl.Ap.39b, β. ἄνθρωπος de un participante en las Panateneas, Ar.Ra.1091
β. πούς ref. al paso de la justicia, E.Fr.979, τιμωρίαι βραδεῖαι juicios ordinarios por oposición a los sumarísimos (ταχεῖαι) D.26.4
de la corriente de un río, Hdt.1.185, de naves, X.HG 5.1.27, cf. Arist.Ph.218b16, X.Eph.1.12.3
de abstr. que indican un movimiento κίνησις Hp.Vict.l.c., Epicur.Ep.[3] 98, ἔφοδος Th.4.8, βραδεῖαι ... πορεῖαι X.Ath.2.5, κομιδή Plb.9.43.6, φορά Arist.Mete.341a23, βραδεῖα ... ἐν λόγοισι προσβολή S.Fr.858.1, φθόγγοι Pl.Ti.80a
c. inf. β. λέγειν E.HF 237, ὠφελεῖν πάτραν β. E.Fr.886, cf. Hec.863, προνοῆσαι Th.3.38, αἴτημά τι βραδύτερον λαμβάνειν petición lenta en ser recibida Herm.Mand.9.7
c. dat. βραδυτέρους ... τῷ ἀμύνασθαι Th.4.34, βραδεῖς ταῖς πράξεσιν Vett.Val.70.25, de ritmos y cadencias β. ... τοῖς χρόνοις Aristid.Quint.36.30, c. gen. β. τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν demasiado lentos en su corazón para creer, Eu.Luc.24.25, c. ac. de rel. βράδιστοι τὴν γνώμην Aret.SD l.c., c. constr. prep. εἰς τὸ λαλῆσαι Ep.Iac.1.19, εἰς ὀργήν D.Chr.32.2, πρὸς ὀργήν Men.Mon.99
esp. neutr. como adv. β. ἐλαττωθῆναι D.25.24, φθέγγεσθαι D.Chr.32.2, compar. βραδύτερον: αὔξεται β. Hp.Epid.2.3.17, cf. VM 11.1, Prog.17, Pl.Tht.190a, ποιεῖν PHib.55.5 (III a.C.), τόπους τινὰς περαιοῦν Epicur.Ep.[3] 98, βράδιον ὑπήκουσε Plu.2.460a
subst. κιχάνει τοι β. ὠκύν alcanza el lento al rápido, Od.8.329, cf. Thgn.329, Arist.Mem.449b8
neutr. τὸ β. lentitud τὸ τοῦ ποδὸς μὲν βραδύ, τὸ τοῦ δὲ νοῦ ταχύ E.Io 742, τὸ βραδὺ καὶ μέλλον Th.1.84, cf. Pl.Lg.766e, en la aporía de Zenón llamada Ἀχιλλεύς: τὸ βραδύτατον οὐδέποτε καταληφθήσηται ὑπὸ τοῦ ταχίστου Arist.Ph.239b15 (= Zeno Eleat.A 26)
milit. τὸ βραδύ la parte lenta del ejército, la infantería pesada X.An.7.3.37.
2 gener. pred. tardío, retrasado ὡς ἐσμὲν ἤδη τῷ μακρῷ χρόνῳ βραδεῖς porque nos estamos demorando largo tiempo S.Tr.599, cf. σὺν χρόνῳ βραδεῖ μολών S.Tr.395
demasiado tarde βραδεῖαν ἡμᾶς ἆρ' ὁ τήνδε τὴν ὁδὸν πέμπων ἔπεμψεν, ἢ 'φάνην ἐγὼ β. entonces, se me envió a un encargo destinado a llegar tarde, o he sido yo el lento S.Ai.738, cf. Th.7.43, β. αὐτόθι Πέτρος ἐλείπετο Pedro quedó allí rezagado Nonn.Par.Eu.Io.18.15, β. ὥρα hora tardía, PMasp.77.8 (VI d.C.)
neutr. subst. βραδὺ τῆς ἡλικίας la época tardía de la edad, la edad tardía Hld.2.29.3
compar. neutr. como adv. más tarde del sol βράδιον δὲ Πανελλήνεσσι φαείνει Hes.Op.528, cf. OGI 502.18 (II d.C.), 1Ep.Clem.1.1, βράδιον ἀπογαλακτίζειν Sor.87.10, ἀπ' ἐκείνου καὶ θᾶττον καὶ βράδιον διίσταντο más pronto o más tarde se separaron de aquél (de Platón), Numen.24.13, considerado uso no át., Luc.Sol.7, Phryn.71, sup. τὸ βραδύτατα ἀπιόν Pl.Ti.39b.
II fig.
1 calmoso, tranquilo βραδεῖς μῦθοι E.Ph.453
subst. τὸ βραδύ la atención detenida como algo propio del estudioso, Vett.Val.455.21
neutr. compar. como adv. εἰ δώσει δίκην βράδιον Plu.2.459f.
2 de pers., en el plano intelectual tardo, torpe ἐπιλήσμων καὶ β. Ar.Nu.129, op. ὀξύς Th.8.96, a ἀγχίνους Pl.Phdr.239a, a συνετώτατος Plb.4.8.7, ἄδικος καὶ β. Arist.Rh.1382a23, δύσχρηστοι καὶ βραδεῖς Plb.4.8.10, cf. D.H.Orat.Vett.2, S.E.M.7.325
neutr. como adv. en fórmulas documentales egip. para designar a los semianalfabetos βραδύτερον γράφειν Ostr.757.9 (II/I a.C.), PRyl.173.13 (I a.C.), βραδέα γράφουσα BGU 446.19 (II d.C.).
B adv. -έως
I en rel. c. el mov. fís. o el tiempo
1 lentamente, despacio διαχωρεῖ Hp.Vict.2.40, χωρεῖν Th.5.70, περιπατῆσαι Hp.Acut.(Sp.) 42.2, θεῖν Pl.Prt.336a, cf. Archyt.B 1 (p.433), LXX 2Ma.14.17, β. φίλος γίγνου Isoc.1.24, ἐκμετρεῖν Hero Dioptr.34, β. ἔπινε Longus 3.8.2, ὅσα β. φύεται Artem.4.11
compar. βραδυτέρως Aen.Tact.16.12, βραδιόνως Simpl.in Cat.116.15
βραδυτέρω, -τάτω consideradas formas incorrectas, A.D.Adu.168.29.
2 tardíamente, tarde c. gen. ἕως β. ἦν τῆς ἡμέρας D.L.2.139.
II 1detenidamente, con calma, pausadamente βουλεύεσθαι Th.1.78, Isoc.1.34, διὰ μεγάλα β. ὀλίγην ὀργὴν ποιούμενος Pl.Phdr.233c, β. τὸ σιωπᾶν ... μαθόντα Eun.VS 484, cf. Vett.Val.16.1.
2 torpemente β. ... καὶ δεδιότως φθέγγεται Vett.Val.229.1, αὐτοῦ βρα[δ] έως γράφοντος (cf. A II 2) PTeb.316.101 (I d.C.).

• Etimología: Adj. en -υς que algunos reconstruyen como *gr̥du-, cf. lituan. gurdùs ‘lento’, let. gur͂ds ‘fatigado’. Tb. se ha rel. c. ἀμέρδω q.u. de *mr̥du-. Sin confirmar.

English (Abbott-Smith)

English (Strong)

of uncertain affinity; slow; figuratively, dull: slow.

English (Thayer)

βραδεια, βραδυ, slow;
a. properly: εἰς τί, dull, inactive, in mind; stupid, slow to apprehend or believe (so Homer, Iliad 10,226; opposed to συνετός, Polybius 4,8, 7; τόν νοῦν, Dionysius Halicarnassus, de Art. oratt. 7 (de Lysias judic.); δυσμαθία βραδύτης ἐν μαθησει, Plato, defin., p. 415e.): with a dative of respect, τῇ καρδία, ἀργός, at the end.)

Greek Monolingual

-εία, -ύ (AM βραδύς, -εῑα, -ύ)
αργός, μη ταχύς
αρχ.
1. (για τον νου) αργός, αργόστροφος
2. διστακτικός, αναποφάσιστος
3. το ουδ. ως ουσ. η βραδύτητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. βραδύς ανήκει μορφολογικά στα επίθετα σε -ύς, πρβλ. βραδύς, ταχύς, ωκύς κ.ά. Εάν γίνει αποδεκτή η υπόθεση ενός αρχικού χειλοϋπερωικού φθόγγου, τότε η λ. ανάγεται σε ινδοευρ. gw rdu- και συνδέεται με λιθ. gurdus «βραδύς, αργός, νωθρός», λεττ. guřds «κουρασμένος, καταβεβλημένος» και ίσως λατ. gurdus «βλάκας, βραδύνους». Κατ' άλλους, η λ. βραδύς < μραδύς και συνάπτεται προς το ρ. αμέρδω «αφαιρώ από κάποιον κάτι που του ανήκει, στερώ, αποστερώ», υπόθεση που δεν στηρίζεται εύκολα από σημασιολογική άποψη. Βλ. και λ. βράδυ].

Greek Monotonic

βρᾰδύς: -εῖα, -ύ, συγκρ. βραδύτερος, από μετάθ. βαρδύτερος, Επικ. βραδίων και βράσσων, υπερθ. βραδύτατος, επίσης και βράδιστος, από μετάθ. βάρδιστος,
I. 1. αργός, σε Όμηρ. κ.λπ.· με απαρ., ἵπποι βάρδιστοι θείειν, ίπποι πολύ αργοί στο τρέξιμο, σε Ομήρ. Ιλ.· βραδὺς λέγειν, σε Ευρ.· επίρρ., βραδέως χωρεῖν, σε Θουκ.
2. λέγεται για τη νόηση, το πνεύμα, όπως το Λατ. tardus, σε Ομήρ. Ιλ.· με απαρ., προνοῆσαι βραδεῖς, σε Θουκ.· τὸ βραδύ, βραδύτητα, στον ίδ.· επίρρ., βραδέως βουλεύεσθαι, στον ίδ.·
II. λέγεται για το χρόνο, καθυστερημένος, αργοπορημένος, νωχελικός, αργός, σε Σοφ., Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

βρᾰδύς: εῖα, ύ (compar. βραδύτερος - Theocr. βαρδύτερος - и βραδίων, superl. βραδύτατος - Arph. βράδιστος, эп. βάρδιστος)
1) медленный, медлительный, неторопливый (ἵπποι Hom.; λαγὼς ἕλειος Xen.; φορά Arst.; φθόγγοι Plat.);
2) плохо или медленно соображающий, непонятливый, туповатый (ἐπιλήσμων καὶ β. Arph.): προνοῆσαι β. τι Thuc. не умеющий предвидеть что-л.;
3) запоздалый: β. γενέσθαι Thuc. запоздать; σὺν χρονῳ βραδεῖ Soph. поздно.

Etymological

Grammatical information: adj.
Meaning: slow (Il.).
Other forms: Comp. βραδύτερος, -τατος, also βραδίων, βάρδιστος and βραδίστατος (Ael.); Seiler, Steigerungsformen 56f.
Derivatives: βραδυτής, -τῆτος slowness (Il.; on the accent Schwyzer 382), βράδος id. (X.; after τάχος). Denomin. βραδύνω retard (A.).
Origin: IE [Indo-European]X [probably] [00] *gʷrd-u- slow
Etymology: Can be identical with Lith. gurdùs slow, Latv.. gur̃ds tired as *gʷr̥dús (Fraenkel, Phil. 97, 172; KZ 69, 76ff.). Walter KZ 11, 437 connects Lat. gurdus dolt, heavy; criticism by Fraenkel l.c.

Middle Liddell


I. slow, Hom., etc.:—c. inf., ἵπποι βάρδιστοι θείειν slowest at running, Il.; β. λέγειν Eur.:—adv., βραδέως χωρεῖν Thuc.
2. of the mind, like Lat. tardus, Il.; c. inf., προνοῆσαι βραδεῖς Thuc.; τὸ βραδύ slowness, Thuc.:—adv., βραδέως βουλεύεσθαι Thuc.
II. of Time, tardy, late, Soph., Thuc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βραδύς -εῖα -ύ, comp. βραδύτερος, βραδίων, poët. βαρδύτερος ; superl. βραδύτατος, βράδιστος, poët. βαρδίστος ; traag
1. traag, langzaam :. ἵπποι βάρδιστοι θείειν (jouw) paarden zijn het traagst in het lopen Il. 23.310; ὡς ὁ... ποταμὸς βραδύτερος εἴη dat de rivier trager zou stromen Hdt. 1.185.6; βραδύς... λέγειν traag in het spreken Eur. HF 237.
2. traag van geest, sloom :. προνοῆσαι βραδεῖς traag van begrip Thuc. 3.38.6.
3. traag, laat :. ἐσμὲν ἤδη τῷ μακρῷ χρόνῳ βραδεῖς we zijn al een hele tijd te laat Soph. Tr. 599.