Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαθέσιμος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που μπορεί να διατεθεί ή χρησιμοποιηθεί
2. (για στρατιωτικό ή πολιτικό υπάλληλο) αυτός που βρίσκεται σε διαθεσιμότητα
3. αυτός που είναι έτοιμος να χρησιμοποιηθεί οποτεδήποτε παραστεί ανάγκη
4. (οικ.) (σε πληθ.) τα διαθέσιμα (ενν. κεφάλαια)
αξίες ρευστοποιήσιμες ή σε μετρητά, καθώς και εμπορεύματα παραδοτέα αμέσως.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες].