Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διπλά

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

επίρρ. διπλός
διπλάσια, σε διπλάσια ποσότητα.

Russian (Dvoretsky)

διπλά: Anth. (= διπλᾶ) pl. n к διπλόος.