Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαστικός

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

-ή, -ό
αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στους μαστούς (α. «μαστικός αδένας» β. «μαστική αρτηρία»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < μαστός. Η λ. μαρτυρείται από το 1884 στον Π. Ψαρά].