μηχανοδέκτης
From LSJ
τὸ γὰρ εὖ πράττειν παρὰ τὴν ἀξίαν ἀφορμὴ τοῦ κακῶς φρονεῖν τοῖς ἀνοήτοις γίγνεται → undeserved success engenders folly in unbalanced minds
Greek Monolingual
ο
βιολ. εξειδικευμένη νευρική δομή η οποία εξασφαλίζει τη μεταγωγή τών μηχανικών ερεθισμάτων στο σώμα του ζώου, αλλ. μηχανοϋποδοχέας.