Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μοσχοκάρυδο

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

και μοσκοκάρυδο και μοσχοκάρυο, το (ΑΜ μοσχοκάρυο, Μ μοσχοκάρυδο και μοσκοκάρυδο και μουσκοκάρυδο)
ο καρπός της μοσχοκαρυδιάς, μπαχαρικό που αποτελείται από τα σπέρματα του αειθαλούς δίοικου δένδρου Μyristica fragrans της οικογένειας μυριστικίδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μοσχ(ο)- + κάρυον «καρύδι». Ο τ. μοσχοκάρυδο < μοσχ(ο)- + καρύδι].