Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μοσχοκάρυδο

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

και μοσκοκάρυδο και μοσχοκάρυο, το (ΑΜ μοσχοκάρυο, Μ μοσχοκάρυδο και μοσκοκάρυδο και μουσκοκάρυδο)
ο καρπός της μοσχοκαρυδιάς, μπαχαρικό που αποτελείται από τα σπέρματα του αειθαλούς δίοικου δένδρου Μyristica fragrans της οικογένειας μυριστικίδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μοσχ(ο)- + κάρυον «καρύδι». Ο τ. μοσχοκάρυδο < μοσχ(ο)- + καρύδι].