Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νεράκι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το
υποκορ.
1. νερό
2. φρ. α) «ξέρει το μάθημα νεράκι» — ξέρει το μάθημα πολύ καλά
β) «είπαμε το νερό νεράκι» — διψάσαμε πολύ.