Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξαφρίζω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

1. αφαιρώ τον αφρό, εξαφρίζω
2. μτφ. κλέβω με δόλο ξένα πράγματα, αρπάζω κρυφά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εξ-αφρίζω (βλ. στερ. ξε-), με σίγηση του αρκτ. φωνήεντος].