Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξαφρίζω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

1. αφαιρώ τον αφρό, εξαφρίζω
2. μτφ. κλέβω με δόλο ξένα πράγματα, αρπάζω κρυφά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εξ-αφρίζω (βλ. στερ. ξε-), με σίγηση του αρκτ. φωνήεντος].