Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξαφρίζω

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

1. αφαιρώ τον αφρό, εξαφρίζω
2. μτφ. κλέβω με δόλο ξένα πράγματα, αρπάζω κρυφά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εξ-αφρίζω (βλ. στερ. ξε-), με σίγηση του αρκτ. φωνήεντος].