Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πιέτα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η, Ν
τεχνητή πτυχή σε ένα ένδυμα ή ύφασμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. pieta].