ποδοκέφαλο

From LSJ

ἐκ Χάεος δ' Ἔρεβός τε μέλαινά τε Νὺξ ἐγένοντο... (Hesiod's Theogony 123) → From Chasm, Erebos and black Night came to be...

Source

Greek Monolingual

το / ποδοκέφαλον, ΝΜΑ
στον πληθ. τα ποδοκέφαλα
το κεφάλι και τα πόδια σφαγμένου αρνιού ή γιδιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πούς, ποδός + κεφαλή.