Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκαμνί

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το / σκαμνίον, ΝΜ σκάμνον
απλό ξύλινο κάθισμα χωρίς στήριγμα για τη ράχη
νεοελλ.
μτφ.
1. εδώλιο για τους κατηγορουμένους
2. φρ. «θα σέ καθίσω στο σκαμνί» — θα σέ πάω στα δικαστήρια.