Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκαμνί

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το / σκαμνίον, ΝΜ σκάμνον
απλό ξύλινο κάθισμα χωρίς στήριγμα για τη ράχη
νεοελλ.
μτφ.
1. εδώλιο για τους κατηγορουμένους
2. φρ. «θα σέ καθίσω στο σκαμνί» — θα σέ πάω στα δικαστήρια.