συγχειρουργοί
From LSJ
Ὕβρις κακὸν μέγιστον ἀνθρώποις ἔφυ → Malum est hominibus maximum insolentia → Das größte Übel ist für Menschen Übermut
Greek (Liddell-Scott)
συγχειρουργοί: οἱ, οἱ συγχειρουργοῦντες, Δίδ. Ἀλέξ. σ. 565, ἔκδ. Mi., Ἰω. Σκυλ. ἐν Γ. Κεδρ. τ. Β΄, σ. 733, 2, ἔκδ. Β.