Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπερίσχυση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η, Ν
το αποτέλεσμα του υπερισχύω, επικράτηση, επιβολή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπερισχύω. Η λ., στον λόγιο τ. ὑπερίσχυσις, μαρτυρείται από το 1782 στον Αδ. Κοραή].