Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!


Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at

Greek Monolingual

και χαρτοπαίχτης, ο, θηλ. χαρτοπαίκτρια και χαρτοπαίχτρια και χαρτοπαίχτρα, Ν
αυτός που παίζει, συστηματικά, τυχερά παιχνίδια με τραπουλόχαρτα, που κατέχεται από το πάθος της χαρτοπαιξίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαρτιά + παίκτης / παίκτρια. Η λ. μαρτυρείται από το 1797 στον Αλ. Κάλφογλου, ενώ το θηλ. χαρτοπαίκτρια μαρτυρείται από το 1866 στον Μιλτ. Γ. Σκυλίτση].