Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαρτοπαίκτης

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

και χαρτοπαίχτης, ο, θηλ. χαρτοπαίκτρια και χαρτοπαίχτρια και χαρτοπαίχτρα, Ν
αυτός που παίζει, συστηματικά, τυχερά παιχνίδια με τραπουλόχαρτα, που κατέχεται από το πάθος της χαρτοπαιξίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαρτιά + παίκτης / παίκτρια. Η λ. μαρτυρείται από το 1797 στον Αλ. Κάλφογλου, ενώ το θηλ. χαρτοπαίκτρια μαρτυρείται από το 1866 στον Μιλτ. Γ. Σκυλίτση].