Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πάθος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: πάθος Medium diacritics: πάθος Low diacritics: πάθος Capitals: ΠΑΘΟΣ
Transliteration A: páthos Transliteration B: pathos Transliteration C: pathos Beta Code: pa/qos

English (LSJ)

[ᾰ], εος, τό, (πάσχω)

   A that which happens to a person or thing, τὰ ἐν τοῖς κατόπτροις τῆς ὄψεως π. Pl.Tht.193c; τὰ ἐν τῷ ἀνθρωπίνῳ βίῳ [τῆς ψυχῆς] π. Id.R.612a; incident, accident, τὰ ἀνθρωπήϊα π. Hdt.5.4; τὸ συντυχὸν π. S.Aj.313; οὗ τόδ' ἦν π. where this incident took place, Id.OT732; ἔξωθεν π. Pl.R.381a; unfortunate accident, Antipho 3.4.10.    2 what one has experienced, good or bad, experience, τὸν πάθει μάθος θέντα κυρίως ἔχειν A.Ag.177 (lyr.); τά γ' ἐμὰ π. my experiences, Pl.Phd.96a; τὸ δρᾶμα τοῦ πάθους πλέον A.Ag.533; opp. ἔργα, Pl. Phdr.245c, Arist.Cael.298a28; opp. πρᾶξις, Pl.Lg.876d; ἤθη καὶ π. καὶ πράξεις Arist.Po.1447a28.    b in bad sense, misfortune, calamity, A.Pr.703, Hdt.1.91, Lys.32.10, etc.; οὐλίῳ σὺν πάθει S.Aj.932 (lyr.); τὰ τῆς Νιόβης π. Pl.R.380a, etc.; ἀνήκεστον π. ἔρδειν to do an act which is an irreparable mischief to one, Hdt.1.137; μετὰ τῆς θυγατρὸς τὸ π., i.e. her death, Id.2.133; π. μέγα πεπονθέναι, of a great defeat, Id.3.147, cf. 5.87, al.    c = πάθημα 11.2, Arist. GA738a16, 750a30, Gal.10.91.    II of the soul, emotion, passion (λέγω δὲ πάθη… ὅλως οἷς ἕπεται ἡδονὴ ἢ λύπη Arist.EN1105b21), σοφίη ψυχὴν παθῶν ἀφαιρεῖται Democr.31; διὰ πάθους Th.3.84; ἐρωτικὸν π. Pl.Phdr.265b; π. ποιεῖν to excite passion, Arist.Rh.1418a12; ἐν π. εἶναι Id.Pol.1287b3; ἐκτὸς τοῦ π. εἶναι to be exempt from passion, Teles p.56 H.; ἔξω τῶν π. γίγνεσθαι D.C.60.3; περὶ παθῶν, title of work by Zeno the Stoic, D.L.7.4; in Epicur., sensation (including pleasure and pain), ἀκουστικὸν π. Ep.1p.13U., cf. p.19 U. (pl.); ὡς κανόνι τῷ π. πᾶν ἀγαθὸν κρίνοντες ib.3p.63U.    III state, condition, τὸ τῆς παντοδαπῆς ἀγνοίας π. Pl.Sph.228e, cf. 243c, Plt.277d, Ap.22c; opp. ἐνέργεια, A.D.Synt.12.17; opp. ποίημα, Pl.Sph.248d.    2 incidents of things, changes or happenings occurring in them, τὰ οὐράνια π. Pl.Hp.Ma. 285c; τὰ περὶ τὸν οὐρανὸν π. Id.Phd.96c; τὰ τοῦ οὐρανοῦ π. καὶ μέρη Arist.Metaph.986a5; π. τοῦτο, ὃ καλεῖν εἰώθαμεν σεισμόν Id.Mu.395b36.    3 properties, qualities of things, opp. οὐσία, Pl.Euthphr.11a; π. λέγεται… ποιότης καθ' ἣν ἀλλοιοῦσθαι ἐνδέχεται, οἷον τὸ λευκὸν καὶ τὸ μέλαν, καὶ γλυκὺ καὶ πικρόν, καὶ βαρύτης καὶ κουφότης, κτλ. Arist. Metaph.1022b15; τῶν ἀριθμῶν π. ib.985b29; ἀριθμοῖς καὶ γραμμαῖς καὶ τοῖς τούτων π. Iamb.Comm.Math.23; γεωμετρία περὶ τὰ συμβεβηκότα πάθη τοῖς μεγέθεσι Arist.Rh.1355b31, cf. APo.75b1; τῶν φυτῶν τὰ μέρη καὶ τὰ π. Thphr.HP1.1.1; αἱ δυνάμεις καὶ τὰ π. ib.8.4.2.    IV Gramm., modification in form of words (esp. dialectal), πάθη τῆς λέξεως Arist.Rh.1460b12, cf. A.D.Pron.38.24, al.    2 in Syntax, modified construction, of omission or redundancy, Id.Synt.6.15, 267.8.    b passivity, D.T.637.30, A.D.Synt.12.17, al.    c in writing, signs other than accents and breathings (ἀπόστροφος, ὑφέν, ὑποδιαστολή), D.T.Supp.1p.107U.    V Rhet., emotional style or treatment, τὸ σφοδρὸν καὶ ἐνθουσιαστικὸν π. Longin.8.1; πάθος ποιεῖν Arist. Rh.1418a12; πράγματα π. ἔχοντα Plu.2.711e, etc.: pl., πάθη διεστῶτα ὕψους Longin.8.2.

German (Pape)

[Seite 437] τό, das Leiden; – a) körperlich, Schmerz, Krankheit, auch Unglück, das Einen trifft; οἷα χρὴ πάθη τλῆναι, Aesch. Prom. 705; τοιάδ' ἐπ' αὐτοῖς ἦλθε συμφορὰ πάθους, Pers. 428; ἐπάθομεν πάθος δυσαχές, Eum. 140; ποῦ 'σθ' ὁ χῶρος, οὗ τόδ' ἦν πάθος; wo das Unglück (die Ermordung des Laios) stattfand, Soph. O. R. 732; θανάτῳ γὰρ ἴσον πάθος ἐκπεύσει, Ai. 214, öfter; στένειν πάθος, Eur. Hec. 589; πολύπονα, Or. 1500, öfter; στυγερὰ τάδε κρυερὰ πάθεα, Ar. Ach. 1191; τὰ ἀνθρωπήϊα πάντα πάθεα, Her. 5, 4; μετὰ τὸ τῆς θυγατρὸς πάθος, der Unfall, Tod, 2, 133; übh. das, was Einem widerfährt, π άθη den ἔργα entgegengesetzt, Plat. Phaedr. 245 e, dem ποίημα, Soph. 248 d, wie der πρᾶξις, Legg. IX, 876, d; ὅ ἐστιν αὐτοῖς τὸ πάθος, ὅ φασιν ὑπὸ τῶν ἡδονῶν ἡττᾶσθαι, Prot. 353 a; ἴδιόν τι ἔπασχε πάθος, Gorg. 480 c; oft; Xen. An. 4, 5, 7 u. A. – b) auch geistig, Leidenschaft, Affekt, bei dem sich die Seele in einem unfreien, leidenden Zustande befindet, dah. auch ἀνήκεστον πάθος ἔρδειν, eine heillose That aus Leidenschaft verüben, Her. 1, 137 (die Stelle des Thuc. 3, 84 διὰ πάθους wird als unecht bezeichnet); vgl. Arist. eth. 2, 4, wo er die πάθη aufzählt u. hinzusetzt ὅλως οἷς ἕπεται ἡδονὴ ἢ λύπη. Bes. von der Liebe, Plat. Phaedr. 251 e u. A. – Bei den Aerzten körperliches Leiden, Krankheit. – c) nach Arist. Metaph. 4, 21 ποιότης καθ' ἣν ἀλλοιοῦσθαι ἐνδέχεται, Möglichkeit in einen andern Zustand überzugehen, Cmpsänglichkeit für Etwas, vgl. Analyt. post. 1, 7. Dah. übh. Alles, was äußerlich, zufällig einem Dinge widerfahren kann, ohne sein Wesen auszumachen, noch dieses zu verändern, so γεωμετρία περὶ τὰ συμβεβηκότα πάθη τοῖς μεγέθεσι, sie handelt von dem, was den Größen widerfahren, mit ihnen vorgenommen werden kann, Arist. rhet. 1, 2, der Metaph. 1, 2 als πάθη der Zahl nennt περιττότης, ἀρτιότης, ἰσότης, ὑπεροχή, ἔλλειψις. Dah. sind πάθη λέξεως Veränderungen, welche ein Wort erleidet, durch Zusetzung oder Weglassen eines Buchstabens, durch Declination und Conjugation, Gramm. – Bei D. Hal. Gefühl, Kunstgefühl, im Ggstz der ἐπιστήμη. – Bei den Rhett. affectvoller Ausdruck, schriftliche oder mündliche Darstellung der Leidenschaft, πάθος ποιεῖν, Arist. rhet. 3, 17.

Greek (Liddell-Scott)

πάθος: [ᾰ], εος, τό· (√ΠΑΘ, πάσχω)· -ὡσαύτως πάθημα, πᾶν ὅ, τι συμβαίνει εἴς τινα, σύμβαμα, συμβὰν τυχαῖον, τὰ ἀνθρωπήια πάθη Ἡρόδ. 5. 4· τὸ συντυχὸν π. Σοφ. Αἴ. 313· οὐ τόδ’ ἦν π., ὅπου τοῦτο συνέβη, ὁ αὐτ. ἐν Ο.Τ. 732· πρβλ. Ἀντιφῶντα 123. 9. 2) ὅ, τι ἔχει πάθει τις, καλὸν ἢ κακόν, πάθημα, τὸν πάθει μάθος θέντα κυρίως ἔχειν (ἴδε πάθημα Ι), Αἰσχύλ. Ἀγ. 177· τά γ’ ἐμὰ πάθη, ἡ ἐμὴ πεῖρα, ὅσα ἐγὼ ἐδοκίμασα, Πλάτ. Φαίδων 96Α· - εν ἀντιθέσει πρὸς τὰς λέξεις δρᾶμα, ποίημα, πρᾶξις, ἔργον, ὡς, τὸ δρᾶμα τοῦ πάθους πλέον Αἰσχύλ. Ἀγ. 533, πρβλ. Πλάτ. Σοφ. 248D, Φαῖδρ. 245D, Νόμ. 876D, Ἀριστ. π. Οὐρ. 3. 1, 2, Ποιητ. 1, 6. -ἀλλὰ συνήθως, β) ἐπὶ κακῆς σημασίας, πάθημα, δυστύχημα, συμφορά, Ἡρόδ. 1, 91., 5. 4, Αἰσχύλ. Πρ. 703, κτλ.· οὐλίῳ σὺν πάθει Σοφ. Αἴ. 933· τὰ τῆς Νιόβης π. Πλάτ. Πολ. 380Α, κτλ.· ἀνήκεστον π. ἔρδειν, πράττειν πρᾶξιν ἥτις εἶναι ἀνεπανόρθωτος βλάβη, Ἡρόδ. 1 137· μετὰ τὸ τῆς θυγατρὸς π., δηλ. τὸν θάνατον αὐτῆς, ὁ αὐτ. 2. 133· π. μέγα πεπονθέναι, ἐπὶ μεγάλης ἥττης, ὁ αὐτ. 3. 147, πρβλ. 5. 87 κ. ἀλλ.· πάθει χρησαμένων (τῶν Μυκαλησσίων) οὐδενὸς ὡς ἐπὶ μεγέθει τῶν κατὰ τὸν πόλεμον ἧσσον ὀλοφύρασθαι ἀξίῳ Θουκ. 7. 30. γ) Προσβολὴ νόσου, ἀσθένεια, Ἀριστ. π. Ζ. Γεν. 2. 4, 8., 3. 1, 17, κ. ἀλλ. δ) τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ, Βαρν. 6, σ. 740Α, Ἰγνάτ. 640Α, 672Β, Ἰουστίνου Ἀπολ. 1, 32, κλ. ΙΙ. ἐπὶ τῆς ψυχῆς, πᾶν αἴσθημα ἰσχυρόν οἷον ἔρως, ἀγάπη, μῖσος, κτλ. (ὅλως οἷς ἕπεται ἡδονήλύπη Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 2. 5, 2)· διὰ πάθους Θουκ. 3. 84· ἐρωτικὸν π., κτλ., Πλάτ.· π. ποιεῖν, κινεῖν, ἐξεγείρειν πάθος, Ἀριστ. Ρητ. 3. 17, 8· ἐν π. εἶναι ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 3. 16, 8· ἐκτὸς τοῦ π. εἶναι, ἐλεύθερος, ἀπηλλαγμένος πάθους, Τέλης παρὰ Στοβ. 576. 2· ἔξω τῶν π. γίγνεσθαι Δίων Πολ. 432D· τὰ ἐν τοῖς κατόπτροις τῶν ὀμμάτων π., ὅ,τι πάσχουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ ἐμβλέποντες εἰς κάτοπτρον, ὁ αὐτ. ἐν Θεαιτ. 193C, κτλ. 2) παρὰ τοῖς ἐπιστημονικοῖς συγγραφεῦσι τὰ συμβεβηκότα τῶν πραγμάτων, αἱ μεταβολαὶ εἰς ἃς ὑπόκεινται, (ποιότης καθ’ ἣν ἀλλοιοῦσθαι ἐνδέχεται, Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 4. 21), τὰ οὐράνια πάθη Πλάτ. Ἱππ. Μείζων 285C· τὰ περὶ τὸν οὐρανὸν π. ὁ αὐτ. ἐν Φαίδωνι 96C· τὰ τοῦ οὐρανοῦ π. καὶ μέρη Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 1. 5, 2· π. τοῦτο, ὃ καλοῦμεν σεισμὸν ὁ αὐτ. π. Κόσμ. 4. 29· ἴδε πάθημα ΙΙΙ. 2. 3) ἐν τῇ λογικῇ ἐπὶ τῶν συμβεβηκότων ἢ ἰδιοτήτων τῶν πραγμάτων, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ οὐσία, Πλάτ. Εὐθύφρων 11Α· - οὕτως ἐν τῇ φυσικῇ, οἷον τὸ λευκὸν καὶ τὸ μέλαν, καὶ γλυκὺ καὶ πικρόν, καὶ βαρύτης καὶ κουφότης, κτλ., Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 4. 21· ἐν τῇ ἀριθμητικῇ καὶ τοῖς μαθηματικοῖς, τὸ τῶν ἀριθμῶν π. αὐτόθι 1. 5. 2· γεωμετρία περὶ τὰ συμβεβηκότα πάθη τοῖς μεγέθεσι ὁ αὐτ. ἐν Ρητ. 1. 2, 1, πρβλ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 1. 7, 1· - ἴδε πάθημα ΙΙΙ. 3. 4) ἐν τῇ γραμμ., αἱ μεταβολαὶ λέξεώς τινος κατὰ τὴν κλίσιν, κλίσις, συζυγία, κτλ. IV. ἐν τῇ Ρητορ. παθητικὸν ὕφοςτρόπος ἐκφράσεως, Ἀριστ. Ρητ. 3. 17, 2, Πλούτ. 2. 711Ε, κτλ. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 489.

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
ce qu’on éprouve, par opp. à ce qu’on fait, càd tout ce qui affecte le corps ou l’âme, en bien ou en mal, surtout en mal, d’où
I. abs. ce qu’on éprouve : ἐξεύχεται τὸ δρᾶμα τοῦ πάθους πλέον ESCHL il vante ce qu’il a fait plus que ce qu’il a éprouvé ; τὰ τοῦ Κρόνου ἔργα καὶ πάθη ὑπὸ τοῦ υἱέος PLAT ce que Cronos a fait et ce qu’il a éprouvé de la part de son fils ; p. suite
1 épreuve, expérience : τά γ’ ἐμὰ πάθη PLAT les épreuves, les expériences que j’ai faites ; πάθει μάθος θεὶς κυρίως ἔχειν ESCHL ayant établi (cette loi) que la science s’acquière par l’expérience;
2 événement, conjoncture : χῶρος οὗ τόδ’ ἦν πάθος SOPH l’endroit où eut lieu cet événement (càd le meurtre) ; τὰ ἀνθρωπήϊα πάθεα HDT les conjonctures humaines ; en mauv. part ποίνιμα πάθεα παθεῖν SOPH subir un châtiment ; ἀνήκεστον πάθος ἕρδειν HDT exercer des violences sur qqn, lui faire subir le pire traitement ; abs. triste sort, infortune, malheur : ἰδὼν πάθος μέγα Πέρσας πεπονθότας HDT ayant vu que les Perses avaient subi un grand désastre ; μετὰ τὸ τῆς θυγατρὸς πάθος HDT près la mort de sa fille;
II. état de l’âme agitée par des circonstances extérieures, disposition morale, particul. disposition agitée : en b. part sentiments généreux ou agréables, pitié, plaisir, amour, etc. ; en mauv. part chagrin, affliction, tristesse, colère, haine, etc. ; διὰ πάθους THC par passion;
III. t. de philos., de log. ou de sc. :
1 en gén. τὸ πάθος ARSTT affection, passion ; τὰ πάθη les événements, les changements qui se produisent dans les choses : τὰ περὶ τὸν οὐρανόν τε καὶ τὴν γῆν πάθη PLAT ce qui se passe au ciel et sur la terre ; τὰ πάθη ARSTT les attributs;
2 les propriétés des lignes géométriques;
3 t. de rhét. expression passionnée ou émue, pathétique ; sujet émouvant d’une tragédie;
4 t. de gramm. le Passif.
Étymologie: R. Παθ, souffrir ; v. πάσχω ; cf. lat. pati.

English (Strong)

from the alternate of πάσχω; properly, suffering ("pathos"), i.e. (subjectively) a passion (especially concupiscence): (inordinate) affection, lust.

English (Thayer)

πάθους, τό (παθεῖν, πάσχω), from Aeschylus and Herodotus down; equivalent to πάθημα (which see; (the latter differs from πάθος (if at all) only in being the more individualizing and concrete term; cf. Schmidt, Synonym, chapter 24 § 11));
1. whatever befalls one, whether it be sad or joyous; specifically, a calamity, mishap, evil, affliction.
2. a feeling which the mind suffers, an affection of the mind, emotion, passion; passionate desire; used by the Greeks in either a good or a bad sense (cf. Aristotle, eth. Nic. 2,4 (cf. Cope, Introduction to Aristotle s Rhet., p. 133 f; and his note on rhet. 2,22, 16)). In the N. T. in a bad sense, depraved passion: πάθη ἀτιμίας, vile passions, ἀτιμία); ἐν πάθει ἐπιθυμίας (in the passion of lust), genitive of apposit. (Winer's Grammar, § 59,8a.), SYNONYMS: πάθος, ἐπιθυμία: πάθος presents the passive, ἐπιθυμία the active side of a vice; ἐπιθυμία is more comprehensive in meaning than πάθος; ἐπιθυμία is (evil) desire, πάθος ungovernable desire. Cf. Trench, § lxxxvii.; Lightfoot on Colossians 3:5.]

Greek Monolingual

το (ΑΜ πάθος)
1. αυτό που υποφέρει, παθαίνει κανείς, και γενικά καθετί που συμβαίνει σε κάποιον, συμβάν («νῡν δὲ τὰ ἐν τῷ ἀνθρωπίνῳ βίῳ πάθη τε καὶ εἴδη», Πλάτ.)
2. οργανική ή ψυχική βλάβη, ασθένεια, αρρώστια
3. στον πληθ. τα πάθη
βαριές σωματικές ταλαιπωρίες ή ψυχικές οδύνες, περιπέτειες, ταλαιπωρίες, βάσανα («τα Πάθη του Ιησού Χριστού» — η σύλληψη και η σταύρωση του Σωτήρος)
4. ισχυρή συναισθηματική κίνηση του θυμικού, έντονη ψυχική ορμή, δυνατό συναίσθημα, όπως η οργή, το μίσος, ο φθόνος, ο έρωτας κ.λπ. (α. «τήν αγαπά με πάθος» β. «λέγω δὲ πάθη... ὅλως οἷς ἕπεται ἡδονὴ ἢ λύπη», Αριστοτ.)
5. θερμή συναισθηματική εκδήλωση, θέρμη του λόγου που προκαλεί έντονη συγκίνηση (α. «μίλησε με πάθος» β. «τὸ σφοδρὸν και ἐνθουσιαστικὸν πάθος», Λογγίν.)
6. γραμμ. μεταβολή, μετατροπή φθόγγου, θέματος ή κατάληξης («τα πάθη τών φωνηέντων»)
νεοελλ.
1. στον πληθ. τα αφροδίσια νοσήματα
2. έντονη και επίμονη ροπή της βουλήσεως για κάτι, ακατανίκητη επιθυμία, λαχτάρα («το πάθος της χαρτοπαιξίας»)
3. εμπάθεια, δυσμένεια, εχθρική διάθεση («έχει πάθος εναντίον μου»)
4. φρ. α) «η εβδομάδα τών Παθών» — η Μεγάλη Εβδομάδα
β) «τράβηξε του λιναριού τα πάθη» ή «τράβηξε του Ιησού Χριστού τα πάθη» — υπέστη ανεκδιήγητα βάσανα
αρχ.
1. τυχαίο, απροσδόκητο πάθημα, σύμβαμα, συμβάν
2. δυστύχημα, ατύχημα, συμφορά («τὰ τῆς Νιόβης πάθη», Πλάτ.)
3. μεγάλη ήττα, καταστροφήπάθος μέγα Πέρσας πεπονθότας», Ηρόδ.)
4. ανεπανόρθωτη βλάβη, θάνατος («μέγα τὸ τῆς θυγατρὸς πάθος», Ηρόδ.)
6. (στους Επικουρείους) η αίσθηση («ἀκουστικὸν πάθος», Επίκ.)
7. διάθεση, θέση, κατάσταση («τὸ τῆς παντοδαπῆς ἀγνοίας πάθος», Πλάτ.)
8. φυσικό φαινόμενο, όπως π.χ. ο σεισμός («τὰ περὶ τὸν οὐρανόν τε καὶ τὴν γῆν πάθη», Πλάτ.)
9. (στη λογ.) τα συμβεβηκότα, οι ιδιότητες τών πραγμάτων σε αντιδιαστολή προς την ουσία
10. (στη φυσ. και τα μαθηματ.) η ιδιότητα της αλλοιώσεως, της μεταβολής τών σωμάτων («γεωμετρία περὶ τὰ συμβεβηκότα πάθη τοῑς μεγέθεσι», Αριστοτ.)
11. γραμμ. η μεταβεβλημένη, τροποποιημένη σύνταξη
12. (στη γραφή) σημεία διαφορετικά του τόνου και του πνεύματος, όπως είναι λ.χ. η ἀπόστροφος, η ὑφέν, η ὑποδιαστολή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. πăθ- του πάσχω (πρβλ. -παθ-ον)].

Greek Monotonic

πάθος: [ᾰ], -εος, τό (παθεῖν
I. 1. οτιδήποτε συμβαίνει σε κάποιον, περιστατικό, ατύχημα, σε Ηρόδ., Σοφ.
2. ό,τι έχει πάθει κάποιος, η εμπειρία κάποιου, σε Αισχύλ.· στον πληθ., σε Πλάτ.· συνήθως με αρνητική σημασία, πάθημα, δυστύχημα, συμφορά, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.· ἀνήκεστον πάθος ἔρδειν, διαπράττω ανεπανόρθωτο σφάλμα, σε Ηρόδ.
II. λέγεται για την ψυχή, πάθος, συναίσθημα, όπως είναι η αγάπη, το μίσος κ.λπ., σε Θουκ., Πλάτ. κ.λπ.
III. οποιαδήποτε παθητική κατάσταση, συνθήκη, σε Πλάτ.· στον πληθ., γεγονότα ή αλλαγές στις οποίες υπόκεινται τα πράγματα, τὰ περὶ τὸν οὐρανὸν πάθη, στον ίδ. κ.λπ.
IV.παθητικός τρόπος έκφρασης, συγκινησιακός, περιπαθής τρόπος, πάθος, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

πάθος: εος τό
1) событие, происшествие, случай: τὰ ἐμὰ πάθη Plat. то, что со мной случилось; πᾶν τὸ συντυχὸν π. Soph. все это событие;
2) несчастье, беда (τὰ ἀνθρωπήϊα πάθη Her.; ὁ χῶρος οὗτος, οὗ τόδ᾽ ἦν π. Soph.): μετὰ τὸ τῆς θυγατρὸς π. Her. после несчастья с дочерью, т. е. после смерти дочери;
3) испытываемое воздействие, испытание: ἔργα καὶ πάθη Plat. содеянное и (самим) испытанное; τὸ δρᾶμα τοῦ πάθους πλέον Aesch. сделанное больше того, что пришлось испытать, т. е. преступление больше наказания; ποίνιμα πάθεα παθεῖν Soph. понести наказания;
4) впечатление, ощущение, восприятие (τῶν ὀμμάτων Plat.);
5) поражение, разгром (π. μέγα πεπονθέναι Her.);
6) страдание, болезнь Arst.: δυσεντερικὰ πάθη Diog. L. кишечные заболевания;
7) страсть, волнение, возбуждение, аффект (ἐρωτικόν Plat.): διὰ πάθους Thuc. страстно; π. ποιεῖν Arst. возбуждать страсти, волновать;
8) перемена, изменение, явление, процесс (τὰ οὐράνια и τὰ περὶ τὸν οὐρανὸν πάθη Plat.): τὰ συμβεβηκότα πάθη τοῖς μεγέθεσι Arst. изменения, происходящие в области (геометрических) величин; π., ὃ καλοῦμεν σεισμόν Arst. явление, которое мы называем землетрясением;
9) филос. свойство, признак, состояние (π. λέγεται ποιότης, καθ᾽ ἣν ἀλλοιοῦσθαι ἐνδέχεται Arst.);
10) грам. изменение слова (падежное, личное и т. п.), т. е. флексия.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πάθος -ους, zonder contr. -εος, τό [πάσχω] al wat iemand overkomt (vaak ongunstig) lijden, ervaring, ondervinding:. πάθει μάθος lering door lijden Aeschl. Ag. 177; [οὐ] ἐξεύχεται τὸ δρᾶμα τοῦ πάθους πλέον hij kan niet opscheppen dat de daad groter was dan wat hij heeft ondergaan Aeschl. Ag. 533; ποίνιμα πάθεα παθεῖν een bestraffing ondergaan Soph. El. 210; τά... τοῦ Κρόνου ἔργα καὶ πάθη ὑπὸ τοῦ ὑέος de daden van Kronos en wat hij van zijn zoon heeft ondervonden Plat. Resp. 378a; τά γ ’ ἐμὰ πάθη mijn ervaringen Plat. Phaed. 96a. ramp, tegenslag:; ἰδὼν πάθος μέγα Πέρσας πεπονθότας toen hij zag dat de Perzen een grote tegenslag hadden moeten incasseren Hdt. 3.147.1; μετὰ δὲ τῆς θυγατρὸς τὸ πάθος na de rampspoed van zijn dochter Hdt. 2.133.1; geneesk. ziekte:. ἐμοὶ … δοκεῖ ταῦτα τὰ πάθεα θεῖα εἶναι mijn mening is dat die ziektes van goddelijke oorsprong zijn Hp. Aër. 22.3. alg. wat gebeurt voorval:; οὗ τόδ ’ ἦν πάθος (die plaats) waar dit voorval plaatsvond Soph. OT 732; plur. situatie:. τὰ ἀνθρωπήια πάθεα de menselijke situatie, la condition humaine Hdt. 5.4.2. (bijkomend) verschijnsel, eigenschap:. τὰ οὐράνια πάθη de hemelverschijnselen Plat. HpMa 285c; τὰ περὶ τὸν οὐρανόν τε καὶ τὴν γῆν πάθη wat er aan de hemel en op aarde gebeurt Plat. Phaed. 96c; πάθος... τι περὶ αὐτου λέγειν een hiermee gepaard gaand verschijnsel noemen Plat. Euthyph. 11a; γεωμετρία περὶ τὰ συμβεβηκότα πάθη τοῖς μεγέθεσι (land)meetkunde betreft de specifieke eigenschappen van meetkundige grootheden Aristot. Rh. 1355b31; πάθη τῆς λέξεως aanpassingen van de taal Aristot. Poët. 1460b12. geestelijke toestand:; ἀγνοίας πάθος toestand van onwetendheid Plat. Sph. 228e; τοιοῦτόν τι μοι ἐφάνησαν πάθος καὶ οἱ ποιηταὶ πεπονθότες in een dergelijke geestelijke toestand bleken ook de dichters zich te bevinden Plat. Ap. 22c; gemoedsaandoening, gemoedstoestand, gevoel:; λέγω δὲ πάθη μὲν ἐπιθυμίαν, ὀργὴν, φόβον, θράσος … ὅλως οἷς ἕπεται ἡδονὴ ἢ λύπη onder gemoedstoestanden versta ik: begeerte, boosheid, angst, zelfvertrouwen, kortom alles wat vergezeld gaat van plezier of pijn Aristot. EN 1105b21; τὸ ἐρωτικὸν πάθος het liefdesgevoel Plat. Phaedr. 265b; ἐν πάθει ten prooi aan hun emotie Aristot. Pol. 1287b3; ret.. πάθος ποιεῖν emotionele effecten teweegbrengen Aristot. Rh. 1418a12.

Frisk Etymological English

Grammatical information: n.
Meaning: sorrow etc.
See also: s. πάσχω.

Middle Liddell

πάθος, [ᾰ], ος, εος, τό, παθεῖν
I. anything that befalls one, an incident, accident, Hdt., Soph.
2. what one has suffered, one's experience, Aesch.; in pl., Plat.: —commonly in bad sense, a suffering, misfortune, calamity, Hdt., Aesch., etc.; ἀνήκεστον π. ἔρδειν to do an irreparable mischief, Hdt.
II. of the soul, a passion, emotion, such as love, hate, etc., Thuc., Plat., etc.
III. any passive state, a condition, state, Plat.: in pl. the incidents or changes to which things are liable, τὰ περὶ τὸν οὐρανὸν π. Plat., etc.
IV. a pathetic mode of expression, pathos, Arist.

Frisk Etymology German

πάθος: {páthos}
Grammar: n.
Meaning: Leid usw.
See also: s. πάσχω.
Page 2,460

Chinese

原文音譯:p£qoj 爬拖士
詞類次數:名詞(3)
原文字根:情感
字義溯源:受苦,邪情,情慾;源自(πάσχω)*=經歷)。參讀 (ἀγανάκτησις)同義字
出現次數:總共(3);羅(1);西(1);帖前(1)
譯字彙編
1) 邪情(2) 西3:5; 帖前4:5;
2) 情慾(1) 羅1:26