Anonymous

Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

Changes

ὑάγχη

705 bytes added, 12:58, 29 September 2017
42
{{ls
|lstext='''ὑάγχη''': ἡ, (ὗς [[ἄγχω]]) [[νόσος]] τοῦ λαιμοῦ τῶν χοίρων, angina· [[καθόλου]] δέ, δεινὸς λαιμόπονος ἢ κατάρρους τοῦ λαιμοῦ, [[συνάγχη]], πρβλ. Plin. N. H. 8. 51 καὶ ἴδε κυνάγχη.
}}
{{grml
|mltxt=η / [[ὑάγχη]], ΝΑ<br />[[νόσος]] του λαιμού τών χοίρων και, ειδικότερα, [[φλεγμονή]] του βλεννογόνου του οπίσθιου τμήματος του στόματος και του λάρυγγα<br /><b>αρχ.</b><br />(γενικά) [[οξύς]] [[πόνος]] του λαιμού, [[κυνάγχη]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ὗς</i> «[[χοίρος]]» <span style="color: red;">+</span> -<i>άγχη</i> (<span style="color: red;"><</span> [[ἄγχω]]), <b>πρβλ.</b> <i>κυν</i>-<i>άγχη</i>, <i>χοιρ</i>-<i>άγχη</i>].
}}