Anonymous

διανταῖος: Difference between revisions

From LSJ
3
(9)
(3)
Line 24: Line 24:
{{grml
{{grml
|mltxt=διανταῑος, -α, -ον (Α) [[ανταίος]]<br /><b>1.</b> (για επίδεσμο) αυτός που εκτείνεται απ' [[άκρη]] σ' [[άκρη]], που περιδένει όλη την [[έκταση]] τραύματος<br /><b>2.</b> [[αμετάβλητος]], [[αναπότρεπτος]].
|mltxt=διανταῑος, -α, -ον (Α) [[ανταίος]]<br /><b>1.</b> (για επίδεσμο) αυτός που εκτείνεται απ' [[άκρη]] σ' [[άκρη]], που περιδένει όλη την [[έκταση]] τραύματος<br /><b>2.</b> [[αμετάβλητος]], [[αναπότρεπτος]].
}}
{{lsm
|lsmtext='''διανταῖος:''' -α, -ον, αυτός που εκτείνεται από [[άκρη]] σε [[άκρη]], αυτός που βρίσκεται [[ολότελα]] στη [[μέση]], διαπερνά [[ολωσδιόλου]]· διανταία [[πληγή]], καίριο [[πλήγμα]], [[τραύμα]], σε Αισχύλ.· ομοίως, <i>διανταίαν οὐτᾶν</i>, στον ίδ.· δ. [[βέλος]], στον ίδ.· <i>ὀδύνα</i>, σε Ευρ.· μεταφ., [[μοῖρα]] δ., που είναι αδυσώπητη, που πλήττει καίρια, σε Αισχύλ.
}}
}}