Anonymous

ἀπρεπής: Difference between revisions

From LSJ
3
(6)
(3)
Line 24: Line 24:
{{grml
{{grml
|mltxt=-ές κ. άπρεπος, -η, -ο (AM [[ἀπρεπής]], -ές) [[πρέπω]]<br />ο μη [[ευπρεπής]], [[ανάρμοστος]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> (για πρόσωπα) [[αισχρός]], [[μιαρός]]<br /><b>2.</b> <b>το ουδ. ως ουσ.</b> <i>τὸ ἀπρεπές</i><br />η απρέπεία.
|mltxt=-ές κ. άπρεπος, -η, -ο (AM [[ἀπρεπής]], -ές) [[πρέπω]]<br />ο μη [[ευπρεπής]], [[ανάρμοστος]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> (για πρόσωπα) [[αισχρός]], [[μιαρός]]<br /><b>2.</b> <b>το ουδ. ως ουσ.</b> <i>τὸ ἀπρεπές</i><br />η απρέπεία.
}}
{{lsm
|lsmtext='''ἀπρεπής:''' -ές ([[πρέπω]])·<br /><b class="num">I.</b> [[ανάρμοστος]], [[αναιδής]], [[άκοσμος]], αυτός που στερείται ευπρέπειας, σε Θουκ. κ.λπ.· τὸἀπρεπές = [[ἀπρέπεια]], στον ίδ.· επίρρ. -[[πῶς]], ποιητ. <i>-πέως</i>, σε Ομηρ. Ύμν., Πλάτ.<br /><b class="num">II.</b> λέγεται για πρόσωπα, [[αισχρός]], [[ανυπόληπτος]], σε Θεόκρ.
}}
}}