Anonymous

μεταβάπτω: Difference between revisions

From LSJ
5
(24)
(5)
Line 21: Line 21:
{{grml
{{grml
|mltxt=και [[μεταβάφω]] και ματαβάφω (Α [[μεταβάπτω]])<br />[[δίνω]] σε [[κάτι]] [[άλλο]] [[χρώμα]] με [[βαφή]], [[μεταβάλλω]] τον χρωματισμό κάποιου («αἱ μέν... φαρμάκοις ἐρυθραίνειν δυναμένοις... τοὺς πλοκάμους... ξανθῷ μεταβάπτουσιν ἄνθει», <b>Λουκιαν.</b>)<br /><b>νεοελλ.</b><br />(στον τ. <i>ματαβάφω</i>) [[βάφω]] για δεύτερη [[φορά]], ξαναβάφω.
|mltxt=και [[μεταβάφω]] και ματαβάφω (Α [[μεταβάπτω]])<br />[[δίνω]] σε [[κάτι]] [[άλλο]] [[χρώμα]] με [[βαφή]], [[μεταβάλλω]] τον χρωματισμό κάποιου («αἱ μέν... φαρμάκοις ἐρυθραίνειν δυναμένοις... τοὺς πλοκάμους... ξανθῷ μεταβάπτουσιν ἄνθει», <b>Λουκιαν.</b>)<br /><b>νεοελλ.</b><br />(στον τ. <i>ματαβάφω</i>) [[βάφω]] για δεύτερη [[φορά]], ξαναβάφω.
}}
{{lsm
|lsmtext='''μεταβάπτω:''' μέλ. <i>-ψω</i>, [[αλλάζω]] το [[χρώμα]] κάποιου αντικειμένου με [[νέα]] [[βαφή]], σε Πλούτ., Λουκ.
}}
}}