3,277,719
edits
(15) |
(4) |
||
Line 21: | Line 21: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=-η, -ο (Α [[εὐλίμενος]], -ον)<br />αυτός που έχει καλά και ασφαλή λιμάνια («εὐλίμενοι ἀκταί», <b>Ευρ.</b>)<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>το ουδ. ως ουσ.</b> <i>το ευλίμενο</i><br />(για παραθαλάσσια [[χώρα]]) το να έχει καλά λιμάνια («το ευλίμενο της Ελλάδας»). | |mltxt=-η, -ο (Α [[εὐλίμενος]], -ον)<br />αυτός που έχει καλά και ασφαλή λιμάνια («εὐλίμενοι ἀκταί», <b>Ευρ.</b>)<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>το ουδ. ως ουσ.</b> <i>το ευλίμενο</i><br />(για παραθαλάσσια [[χώρα]]) το να έχει καλά λιμάνια («το ευλίμενο της Ελλάδας»). | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''εὐλίμενος:''' -ον (λῐμήν), αυτός που έχει [[καλά]] λιμάνια, σε Ευρ., Πλάτ. | |||
}} | }} |