Anonymous

ζαφλεγής: Difference between revisions

From LSJ
4
(16)
(4)
Line 24: Line 24:
{{grml
{{grml
|mltxt=[[ζαφλεγής]], -ές (Α)<br />(επικ. επίθ.)<br /><b>1.</b> (για άνδρες που βρίσκονται στην [[ακμή]] τους) [[γεμάτος]] [[φλόγα]], [[σφριγηλός]], [[ζωηρός]] («[[ἄλλοτε]] μἐν ζαφλεγέες τελέθουσιν», <b>Ομ. Ιλ.</b>)<br /><b>2.</b> (για Ίππους) [[γεμάτος]] [[ορμή]] και [[ζωντάνια]], [[ορμητικός]], [[πυρώδης]]<br /><b>3.</b> αυτός που λάμπει πολύ, ο [[λαμπρός]] («ζαφλεγές [[σέλας]]», <b>Νόνν.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ζα</i>- <span style="color: red;">+</span> -<i>φλεγης</i> (<span style="color: red;"><</span> [[φλέγω]]), <b>[[πρβλ]].</b> <i>κοσμο</i>-<i>φλεγής</i>, <i>πυρι</i>-<i>φλεγής</i>].
|mltxt=[[ζαφλεγής]], -ές (Α)<br />(επικ. επίθ.)<br /><b>1.</b> (για άνδρες που βρίσκονται στην [[ακμή]] τους) [[γεμάτος]] [[φλόγα]], [[σφριγηλός]], [[ζωηρός]] («[[ἄλλοτε]] μἐν ζαφλεγέες τελέθουσιν», <b>Ομ. Ιλ.</b>)<br /><b>2.</b> (για Ίππους) [[γεμάτος]] [[ορμή]] και [[ζωντάνια]], [[ορμητικός]], [[πυρώδης]]<br /><b>3.</b> αυτός που λάμπει πολύ, ο [[λαμπρός]] («ζαφλεγές [[σέλας]]», <b>Νόνν.</b>).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ζα</i>- <span style="color: red;">+</span> -<i>φλεγης</i> (<span style="color: red;"><</span> [[φλέγω]]), <b>[[πρβλ]].</b> <i>κοσμο</i>-<i>φλεγής</i>, <i>πυρι</i>-<i>φλεγής</i>].
}}
{{lsm
|lsmtext='''ζᾰφλεγής:''' -ές ([[φλέγω]]), αυτός που είναι [[γεμάτος]] [[φλόγα]], [[περιφλεγής]], [[διάπυρος]], [[ορμητικός]], [[εύρωστος]], λέγεται για άνδρες που βρίσκονται στην [[ακμή]] της δύναμής τους, σε Ομήρ. Ιλ.
}}
}}