3,277,301
edits
(37) |
(6) |
||
Line 21: | Line 21: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=-ή, -ό / [[σκαληνός]], -ή, -όν, ΝΑ, θηλ. και -ός, Α<br /><b>1.</b> [[άνισος]], [[ασύμμετρος]], [[ανισοσκελής]]<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> α) «σκαληνό(ν) [[τρίγωνο]](ν)» — [[τρίγωνο]] που έχει και τις [[τρεις]] πλευρές του άνισες<br />β) «σκαληνοί μύες» — [[τρεις]] μύες της πλάγιας τραχηλικής χώρας, ο [[πρόσθιος]], ο [[μέσος]] και ο [[οπίσθιος]], που ενεργούν ως επικουρικοί εισπνευστικοί μύες<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>φρ.</b> «[[σύνδρομο]] του πρόσθιου σκαληνού (μυός)» — [[σύνδρομο]] που οφείλεται σε [[συμπίεση]] του βραχιόνιου πλέγματος και της υποκλείδιας αρτηρίας [[πάνω]] στην 1η [[πλευρά]] λόγω υπερτονίας του μυός [[αυτού]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[λοξός]], [[σκολιός]] («σκαληνὴ [[φλέψ]]» — λοξή [[φλέβα]], Ιπποκρ.)<br /><b>2.</b> [[ανώμαλος]], [[ακανόνιστος]] («ἀταρπὸς [[σκαληνός]]» — ανώμαλο, ακανόνιστο [[μονοπάτι]], <b>Στοβ.</b>)<br /><b>3.</b> <b>φρ.</b> α) «σκαληνὰ [[στερεά]]» — [[στερεά]] σώματα τών οποίων οι [[τρεις]] διαστάσεις [[είναι]] άνισες [[μεταξύ]] τους<br />β) «ὁ [[ἀριθμός]] ὃς ἂν μὴ σκαληνὸς ἦ ἀλλ' [[ἰσοσκελής]]» — ο [[περιττός]] [[αριθμός]]. <br /><b>επίρρ.</b><i>..</i><br /><i>σκαληνῶς</i> Α<br />με άνισο, ακανόνιστο τρόπο («[[ὄφις]] σκαληνῶς διαβαίνων», Επιφάν.).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> θ. <i>σκαλ</i>- του [[σκάλλω]] <span style="color: red;">+</span> κατάλ. -<i>ηνός</i> (<b>πρβλ.</b> <i>γαλ</i>-<i>ηνός</i>)]. | |mltxt=-ή, -ό / [[σκαληνός]], -ή, -όν, ΝΑ, θηλ. και -ός, Α<br /><b>1.</b> [[άνισος]], [[ασύμμετρος]], [[ανισοσκελής]]<br /><b>2.</b> <b>φρ.</b> α) «σκαληνό(ν) [[τρίγωνο]](ν)» — [[τρίγωνο]] που έχει και τις [[τρεις]] πλευρές του άνισες<br />β) «σκαληνοί μύες» — [[τρεις]] μύες της πλάγιας τραχηλικής χώρας, ο [[πρόσθιος]], ο [[μέσος]] και ο [[οπίσθιος]], που ενεργούν ως επικουρικοί εισπνευστικοί μύες<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>φρ.</b> «[[σύνδρομο]] του πρόσθιου σκαληνού (μυός)» — [[σύνδρομο]] που οφείλεται σε [[συμπίεση]] του βραχιόνιου πλέγματος και της υποκλείδιας αρτηρίας [[πάνω]] στην 1η [[πλευρά]] λόγω υπερτονίας του μυός [[αυτού]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> [[λοξός]], [[σκολιός]] («σκαληνὴ [[φλέψ]]» — λοξή [[φλέβα]], Ιπποκρ.)<br /><b>2.</b> [[ανώμαλος]], [[ακανόνιστος]] («ἀταρπὸς [[σκαληνός]]» — ανώμαλο, ακανόνιστο [[μονοπάτι]], <b>Στοβ.</b>)<br /><b>3.</b> <b>φρ.</b> α) «σκαληνὰ [[στερεά]]» — [[στερεά]] σώματα τών οποίων οι [[τρεις]] διαστάσεις [[είναι]] άνισες [[μεταξύ]] τους<br />β) «ὁ [[ἀριθμός]] ὃς ἂν μὴ σκαληνὸς ἦ ἀλλ' [[ἰσοσκελής]]» — ο [[περιττός]] [[αριθμός]]. <br /><b>επίρρ.</b><i>..</i><br /><i>σκαληνῶς</i> Α<br />με άνισο, ακανόνιστο τρόπο («[[ὄφις]] σκαληνῶς διαβαίνων», Επιφάν.).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> θ. <i>σκαλ</i>- του [[σκάλλω]] <span style="color: red;">+</span> κατάλ. -<i>ηνός</i> (<b>πρβλ.</b> <i>γαλ</i>-<i>ηνός</i>)]. | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''σκαληνός:''' -ή, -όν, [[ανώμαλος]], [[άνισος]]· [[ἀριθμὸς]] [[σκαληνός]], [[περιττός]], «[[μονός]]» [[αριθμός]], σε Πλάτ.· [[τρίγωνον]] σκαληνόν, [[τρίγωνο]] που έχει και τις [[τρεις]] πλευρές του άνισες, σε Αριστ.· λέγεται για [[μονοπάτι]], [[ανώμαλος]], σε Ανθ. | |||
}} | }} |