Anonymous

πλαγκτός: Difference between revisions

From LSJ
3b
(6)
(3b)
Line 27: Line 27:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''πλαγκτός:''' -ή, -όν και -ός, -όν (πλάζομαι),·<br /><b class="num">I. 1.</b> περιπλανώμενος, περιφερόμενος, σε Αισχύλ., Ευρ.<br /><b class="num">2.</b> μεταφ., πλανώμενος στο νου, παραπλανημένος, [[αλλόφρων]], σε Ομήρ. Οδ., Αισχύλ.<br /><b class="num">II.</b> <i>Πλαγκταὶ πέτραι</i> είναι βράχοι πέρα από τη [[Σκύλλα]] και τη [[Χάρυβδη]] που διέθεταν ένα τόσο στενό [[πέρασμα]] που και τα πτηνά [[μόλις]] και [[μετά]] βίας μπορούσαν να περάσουν, σε Ομήρ. Οδ.· οι μεταγεν. συγγραφείς μετέφεραν τον [[τόπο]] αυτό στις γνωστές [[Συμπληγάδες]], σε Ηρόδ. κ.λπ.
|lsmtext='''πλαγκτός:''' -ή, -όν και -ός, -όν (πλάζομαι),·<br /><b class="num">I. 1.</b> περιπλανώμενος, περιφερόμενος, σε Αισχύλ., Ευρ.<br /><b class="num">2.</b> μεταφ., πλανώμενος στο νου, παραπλανημένος, [[αλλόφρων]], σε Ομήρ. Οδ., Αισχύλ.<br /><b class="num">II.</b> <i>Πλαγκταὶ πέτραι</i> είναι βράχοι πέρα από τη [[Σκύλλα]] και τη [[Χάρυβδη]] που διέθεταν ένα τόσο στενό [[πέρασμα]] που και τα πτηνά [[μόλις]] και [[μετά]] βίας μπορούσαν να περάσουν, σε Ομήρ. Οδ.· οι μεταγεν. συγγραφείς μετέφεραν τον [[τόπο]] αυτό στις γνωστές [[Συμπληγάδες]], σε Ηρόδ. κ.λπ.
}}
{{elru
|elrutext='''πλαγκτός:''' и 2 [adj. verb. к [[πλάζω]]<br /><b class="num">1)</b> блуждающий, странствующий (πέτραι Hom.; ἐν σπιλάδεσσιν Aesch.; [[νεφέλα]] Eur.);<br /><b class="num">2)</b> помешанный, безумный Hom., Aesch.
}}
}}