Anonymous

πλεονέκτημα: Difference between revisions

From LSJ
nl
(6)
(nl)
Line 24: Line 24:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''πλεονέκτημα:''' -ατος, τό,<br /><b class="num">I.</b> [[πλεονέκτημα]], [[απόκτημα]], [[προνόμιο]], σε Πλάτ., Δημ.· στον πληθ., αποκτήματα, επιτυχίες, προνόμια, σε Ξεν.<br /><b class="num">II.</b> [[πράξη]] απάτης, ιδιοτελές [[τέχνασμα]], σε Δημ.
|lsmtext='''πλεονέκτημα:''' -ατος, τό,<br /><b class="num">I.</b> [[πλεονέκτημα]], [[απόκτημα]], [[προνόμιο]], σε Πλάτ., Δημ.· στον πληθ., αποκτήματα, επιτυχίες, προνόμια, σε Ξεν.<br /><b class="num">II.</b> [[πράξη]] απάτης, ιδιοτελές [[τέχνασμα]], σε Δημ.
}}
{{elnl
|elnltext=πλεονέκτημα -ατος, τό [πλεονεκτέω] voordeel:; οὐδεὶς πώποτε τοῦτ ’ εἶδεν τὸ πλεονέκτημα nooit heeft iemand aandacht besteed aan het buitenkansje Dem. 21.60; succes:. μέγιστον εἰς πλεονεκτήματα (krijgskunde), de belangrijkste troef voor successen Gorg. B 11a30. concr. voor object van hebzucht of winstbejag. τῶν πλεονεκτημάτων τὰ μὲν χρήματα τυραννικά bij winstbejag (is) geld het object van de tiran Aristot. Pol. 1311a5.
}}
}}