Anonymous

Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καθεύδω: Difference between revisions

From LSJ
nl
(5)
(nl)
Line 33: Line 33:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''καθεύδω:''' Ιων. κατ-[[εύδω]]· παρατ. <i>καθεῦδον</i>, Αττ. επίσης [[καθηῦδον]] και [[ἐκάθευδον]], μέλ. <i>καθευδήσω</i>·<br /><b class="num">I.</b> [[πέφτω]], [[ξαπλώνω]], [[πλαγιάζω]] για να κοιμηθώ, [[κοιμάμαι]], σε Όμηρ. κ.λπ.· <i>ἐκ τοῦ καθεύδοντος</i> (μτχ. ουδ.), από την [[κατάσταση]] του ύπνου, σε Πλάτ.<br /><b class="num">II.</b> μεταφ., [[μένω]] κοιμισμένος, [[μένω]] [[αργός]], [[νωθρός]], [[τεμπέλης]], [[οκνηρός]], σε Αισχύλ. κ.λπ.· επίσης λέγεται για πράγματα, βρίσκομαι σε λήθαργο, [[καλμάρω]], [[ησυχάζω]], <i>ἐλπίδες καθεύδουσιν</i>, σε Ευρ.
|lsmtext='''καθεύδω:''' Ιων. κατ-[[εύδω]]· παρατ. <i>καθεῦδον</i>, Αττ. επίσης [[καθηῦδον]] και [[ἐκάθευδον]], μέλ. <i>καθευδήσω</i>·<br /><b class="num">I.</b> [[πέφτω]], [[ξαπλώνω]], [[πλαγιάζω]] για να κοιμηθώ, [[κοιμάμαι]], σε Όμηρ. κ.λπ.· <i>ἐκ τοῦ καθεύδοντος</i> (μτχ. ουδ.), από την [[κατάσταση]] του ύπνου, σε Πλάτ.<br /><b class="num">II.</b> μεταφ., [[μένω]] κοιμισμένος, [[μένω]] [[αργός]], [[νωθρός]], [[τεμπέλης]], [[οκνηρός]], σε Αισχύλ. κ.λπ.· επίσης λέγεται για πράγματα, βρίσκομαι σε λήθαργο, [[καλμάρω]], [[ησυχάζω]], <i>ἐλπίδες καθεύδουσιν</i>, σε Ευρ.
}}
{{elnl
|elnltext=καθ-εύδω, Ion. κατεύδω, imperf. καθηῦδον en ἐκάθευδον; aor. later ἐκαθεύδησα slapen, gaan slapen, naar bed gaan:; ἔνθα καθεῦδ ’ ἀναβάς daar ging hij slapen nadat hij naar boven was gegaan Il. 1.611; οὐ γὰρ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει hij is niet gestorven, maar hij slaapt NT Luc. 8.52; κἀπὶ ξύλου καθεύδεις; en slaap je op stok? (van pluimvee) Aristoph. Nub. 1431; τὴν δὲ βουλὴν... ἐκεῖ καθεύδειν dat de raad daar (op de Acropolis) de nacht moest doorbrengen And. 1.45; overdr. van de doden:. Πρόμαχος δεδμημένος εὕδει ἔγχει ἐμῷ Promachus slaapt, geveld door mijn speer Il. 14.482. zitten slapen, inactief zijn:; τὸν βίον zijn leven verslapen Plat. Resp. 404a; ὥρα μέντοι σοι μὴ καθεύδειν ἀλλὰ προσέχειν nu moet je niet zitten slapen, maar opletten Plut. Pomp. 15.2; overdr. van zaken:. ἐλπίδες δ ’ οὔπω καθεύδουσι mijn hoop is nog niet ingeslapen Eur. Phoen. 634; καθεύδειν ἐᾶν ἐν τῇ γῇ κατακείμενα τὰ τείχη de muren in de grond laten liggen rusten (d.w.z. afzien van vestingwerk) Plat. Lg. 778d; τοὺς νόμους δεῖ σήμερον ἐᾶν καθεύδειν men moet de wetten vandaag ongemoeid laten Plut. Ages. 30.6.
}}
}}