3,251,360
edits
(46) |
m (Text replacement - "<i>το [[" to "το [[") |
||
Line 14: | Line 14: | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=-ή, -ό / [[χειμωνικός]], -ή, -όν, ΝΑ [[χειμών]], -<i>ῶνος</i>]<br /><b>νεοελλ.</b><br />αυτός που γίνεται [[κατά]] τη [[διάρκεια]] του χειμώνα<br /><b>2.</b> <b>το ουδ. ως ουσ.</b | |mltxt=-ή, -ό / [[χειμωνικός]], -ή, -όν, ΝΑ [[χειμών]], -<i>ῶνος</i>]<br /><b>νεοελλ.</b><br />αυτός που γίνεται [[κατά]] τη [[διάρκεια]] του χειμώνα<br /><b>2.</b> <b>το ουδ. ως ουσ.</b> το [[χειμωνικό]]<br />το [[καρπούζι]]<br /><b>3.</b> <b>παροιμ.</b> α) «δύο χειμωνικά σε μια [[μασχάλη]]» — λέγεται για όσους καταπιάνονται συγχρόνως με δύο δυσχερή έργα<br />β) «στο [[χειμωνικό]] [[χερούλι]] δεν κολλάει»<br />i) δηλώνει ότι δεν στέφονται με [[επιτυχία]] οι προσπάθειες που αντιβαίνουν στη [[φύση]]<br />ii) δηλώνει ότι δεν γίνονται πιστευτές συκοφαντίες που στρέφονται [[εναντίον]] ευυπόληπτου προσώπου<br />γ) «[[γυναίκα]] και χείμωνικό η [[τύχη]] τά διαλέγει» — δηλώνει ότι [[πολλά]] πράγματα στη ζωή [[είναι]] [[ζήτημα]] τύχης<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> (για ενδύματα) [[κατάλληλος]] για τον χειμώνα<br /><b>2.</b> [[σφοδρός]], [[θυελλώδης]] («ὄμβρον χειμωνικὸν ἀναπέμπουσα», Επιφάν.). | ||
}} | }} |