Anonymous

ιπώ: Difference between revisions

From LSJ
No change in size ,  26 March 2021
m
Text replacement - "οῡμαι" to "οῦμαι"
(18)
 
m (Text replacement - "οῡμαι" to "οῦμαι")
 
Line 1: Line 1:
{{grml
{{grml
|mltxt=ἰπῶ, -όω (Α) [[ίπος]]<br /><b>1.</b> ([[ιδίως]] σε εγχειρήσεις) [[καταπιέζω]], [[συνθλίβω]], [[συμπιέζω]]<br /><b>2.</b> <b>παθ.</b> <i>ἰποῡμαι</i>, -<i>όομαι</i><br />πιέζομαι, συνθλίβομαι («ἰπούμενος ῥίζαισιν Αἰτναίαις ὕπο» — συνθλιβόμενος, πιεζόμενος [[κάτω]] από τις ρίζες της Αίτνας, <b>Αισχύλ.</b>).
|mltxt=ἰπῶ, -όω (Α) [[ίπος]]<br /><b>1.</b> ([[ιδίως]] σε εγχειρήσεις) [[καταπιέζω]], [[συνθλίβω]], [[συμπιέζω]]<br /><b>2.</b> <b>παθ.</b> <i>ἰποῦμαι</i>, -<i>όομαι</i><br />πιέζομαι, συνθλίβομαι («ἰπούμενος ῥίζαισιν Αἰτναίαις ὕπο» — συνθλιβόμενος, πιεζόμενος [[κάτω]] από τις ρίζες της Αίτνας, <b>Αισχύλ.</b>).
}}
}}