Anonymous

Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αλέκτωρ: Difference between revisions

From LSJ
m
Text replacement - "(==Translations==)(?s)(\n)(.*)($)" to "{{trml |trtx=$3 }} "
mNo edit summary
m (Text replacement - "(==Translations==)(?s)(\n)(.*)($)" to "{{trml |trtx=$3 }} ")
 
Line 2: Line 2:
|mltxt=<b>(I)</b><br />(Α [[ἀλέκτωρ]])<br />[[κόκορας]], [[πετεινός]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> μτφ. για τον αυλό ή τους σαλπιγκτές<br /><b>2.</b> στη Μυκηναϊκή η [[λέξη]] μαρτυρείται έμμεσα με το όνομα <i>Ἀλέκτωρ</i> (για άλλες σημασίες της λέξεως <b>βλ.</b> [[αλέκτωρ]] II, III).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ</span></b> Η λ. [[ἀλέκτωρ]] «[[κόκορας]], [[πετεινός]]» προέρχεται από το ρ. [[ἀλέξω]] «[[απομακρύνω]], [[αποκρούω]], υπερασπίζομαι», ως δραστικό δε όνομα που ήταν, όπως δείχνει η κατάλ. -<i>τωρ</i> (πρβλ. <i>ρή</i>-<i>τωρ</i>, <i>πράκ</i>-<i>τωρ</i>, <i>γεννή</i>-<i>τωρ</i>), σήμαινε αρχικά «τον υπερασπιστή, τον μαχητή». Επειδή όμοια σχηματίστηκε στην Αρχαία και το κύριο (ήδη ομηρικό) όνομα <i>Ἀλέκτωρ</i>, παραμένει προβληματικό αν το κύριο όνομα προϋπήρξε και χρησιμοποιήθηκε μεταφορικά για να δηλώσει το φερώνυμο ζώο ή αν -όπως φαίνεται πιθανότερο- η λ. χρησιμοποιήθηκε από την [[αρχή]] σκωπτικά για να σημάνει «τον κόκορα» λόγω τών χαρακτηριστικών εριστικών, μαχητικών γνωρισμάτων του ζώου. Στη β' [[περίπτωση]] το κύριο όνομα [[είναι]] υστερογενές παράγωγο του προσηγορικού ουσ. [[ἀλέκτωρ]]. Βεβαίως, ότι από κύρια ονόματα προήλθαν διάφορες ονομασίες ή, συνηθέστερα, παρωνύμια ζώων [[είναι]] ήδη γνωστό, πρβλ. λ.χ. το γαλλ. <i>renard</i> «[[αλεπού]]» από το κύριο όνομα <i>Renart</i> ή το αντίστοιχο νεοελλ. ([[κυρά]]) <i>Μάρω</i> «η [[αλεπού]]», [[καθώς]] και αρχαία παρωνύμια ζώων, όπως [[Μέμνων]] για τον γάιδαρο, <i>Καλλίας</i> για τον πίθηκο και <i>Κερδώ</i> [[πάλι]] για την [[αλεπού]]. Οπωσδήποτε, τα στοιχεία που έχουμε για να υποστηρίξουμε παρόμοια σημασιολογ. [[εξέλιξη]] στην [[περίπτωση]] του [[ἀλέκτωρ]] (και του [[ἀλεκτρυών]]) [[είναι]] ανεπαρκή. Επίσης, [[κατά]] το [[πρότυπο]] του [[ἀλέκτωρ]] σχηματίστηκε και το [[ἀλεκτρυών]], που δήλωνε και το θηλ. του ζώου, «την [[κότα]]». Το όνομα αυτό μαρτυρείται ομοίως ως κύριο όνομα, γεννώντας ανάλογο ετυμολογικό [[πρόβλημα]]. Στην Αρχαία Ελληνική για την [[ονομασία]] του ίδιου ζώου χρησιμοποιήθηκε, με [[στένωση]] της σημασίας της, και η λ. [[ὄρνις]], ὁ (και [[ὄρνις]], ἡ «η [[κότα]]»), που δήλωνε γενικότερα τη [[σημασία]] του πουλιού. Ακόμη χρησιμοποιήθηκε διαλεκτικώς και η λ. [[καλαΐς]] «[[κόκορας]]» και «[[κότα]]», από τη σημ. του «[[καλώ]], [[κραυγάζω]]» (<i>καλαις</i> <span style="color: red;"><</span> <i>καλαFίς</i> <span style="color: red;"><</span> [[καλέω]]<br />πρβλ. αρχ. ινδ. <i>us</i><i>ā</i>-<i>kala</i>- «[[κόκορας]]», ιρλ. <i>cailech</i> «[[κόκορας]]» <b>κ.ά.</b>). Στους μεσαιωνικούς χρόνους η λ. [[πετεινός]] από τη σημ. του «[[πτερωτός]], ιπτάμενος» και γενικότερα του «πουλιού» χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τη σημ. «[[κόκορας]]». Η [[ίδια]] η λ. [[κόκορας]], ορθ. [[κόκκορας]], [[είναι]] ηχομιμητική λ. που συνδέεται με άλλες συναφείς ονομασίες τών ΙΕ γλωσσών και, [[κατά]] τον Buck, σχετίζεται με το «κόρκορα<br />[[ὄρνις]]» του Ησυχίου (πρβλ. ιρλ. <i>cerc</i> <b>κ.ά.</b>), σε συνδυασμό με τον αμάρτυρο (στη σημ. αυτή) τ. [[κόκκος]], «η του κόκορα», που οδηγεί στο μσν. λατ. <i>coccus</i>, από όπου τα γαλλ. <i>coq</i>, αγγλ. <i>cock</i> κ.ά. Στην [[ίδια]] ηχομιμητική [[τάξη]] λέξεων θα μπορούσε να συγκαταλεχθεί και η αρχαία λ. [[κόκκυ]] (λατ. <i>coco</i>, πρβλ. και «[[ὄρνις]] [[κοκκυβόας]]» ή «[[κοκκοβόας]]») που δήλωνε, [[μεταξύ]] άλλων, την [[κραυγή]] του κόκορα (πρβλ. σημ. «κικιρίκου»). Τέλος, σημειώνεται ότι το θηλ. του «[[κόκορας]]», η σημ. λ. [[κότα]], ορθ. [[κόττα]], ανάγεται ετυμολογικά στην αρχαία λ. [[κόττος]] ή <i>κοττός</i>, που από τη σημ. «[[λοφίο]]» εξελίχθηκε στη σημ. «[[κόκορας]]». Ο Ησύχιος διασώζει σχετικά την [[πληροφορία]]: «καὶ οἱ ἀλεκτρυόνες κοττοὶ διὰ τὸν ἐπὶ τῇ κεφαλῇ λόφον» (λ. [[πρόκοττα]]).<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> <b>αρχ.</b> [[ἀλεκτοριδεύς]], [[ἀλεκτορίς]], [[ἀλεκτορίσκος]]<br /><b>αρχ.-μσν.</b><br />[[ἀλεκτόρειος]]<br /><b>μσν.</b><br />[[ἀλεκτόριν]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[αλεκτορίδιο]].<br /><b><span style="color: brown;">ΣΥΝΘ.</span></b> <b>αρχ.-μσν.</b> [[ἀλεκτοροφωνία]]<br /><b>μσν.</b><br />[[ἀλεκτορομαντεία]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[αλεκτοροειδής]], [[αλεκτορομαχία]]].<br /><b>(II)</b><br />[[ἀλέκτωρ]] (-ορος), η (Α)<br />(για γυναίκες) αυτή που δεν έχει νυφικό [[κρεβάτι]], άγαμη, ανύπαντρη.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ἀ</i>- στερητ. <span style="color: red;">+</span> [[λέκτρον]]].<br /><b>(III)</b><br />[[ἀλέκτωρ]] (-ορος), ο (AM)<br />αυτός που έχει νυφικό [[κρεβάτι]], ο [[σύζυγος]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ἀ</i>- αθροιστ. <span style="color: red;">+</span> [[λέκτρον]].
|mltxt=<b>(I)</b><br />(Α [[ἀλέκτωρ]])<br />[[κόκορας]], [[πετεινός]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> μτφ. για τον αυλό ή τους σαλπιγκτές<br /><b>2.</b> στη Μυκηναϊκή η [[λέξη]] μαρτυρείται έμμεσα με το όνομα <i>Ἀλέκτωρ</i> (για άλλες σημασίες της λέξεως <b>βλ.</b> [[αλέκτωρ]] II, III).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ</span></b> Η λ. [[ἀλέκτωρ]] «[[κόκορας]], [[πετεινός]]» προέρχεται από το ρ. [[ἀλέξω]] «[[απομακρύνω]], [[αποκρούω]], υπερασπίζομαι», ως δραστικό δε όνομα που ήταν, όπως δείχνει η κατάλ. -<i>τωρ</i> (πρβλ. <i>ρή</i>-<i>τωρ</i>, <i>πράκ</i>-<i>τωρ</i>, <i>γεννή</i>-<i>τωρ</i>), σήμαινε αρχικά «τον υπερασπιστή, τον μαχητή». Επειδή όμοια σχηματίστηκε στην Αρχαία και το κύριο (ήδη ομηρικό) όνομα <i>Ἀλέκτωρ</i>, παραμένει προβληματικό αν το κύριο όνομα προϋπήρξε και χρησιμοποιήθηκε μεταφορικά για να δηλώσει το φερώνυμο ζώο ή αν -όπως φαίνεται πιθανότερο- η λ. χρησιμοποιήθηκε από την [[αρχή]] σκωπτικά για να σημάνει «τον κόκορα» λόγω τών χαρακτηριστικών εριστικών, μαχητικών γνωρισμάτων του ζώου. Στη β' [[περίπτωση]] το κύριο όνομα [[είναι]] υστερογενές παράγωγο του προσηγορικού ουσ. [[ἀλέκτωρ]]. Βεβαίως, ότι από κύρια ονόματα προήλθαν διάφορες ονομασίες ή, συνηθέστερα, παρωνύμια ζώων [[είναι]] ήδη γνωστό, πρβλ. λ.χ. το γαλλ. <i>renard</i> «[[αλεπού]]» από το κύριο όνομα <i>Renart</i> ή το αντίστοιχο νεοελλ. ([[κυρά]]) <i>Μάρω</i> «η [[αλεπού]]», [[καθώς]] και αρχαία παρωνύμια ζώων, όπως [[Μέμνων]] για τον γάιδαρο, <i>Καλλίας</i> για τον πίθηκο και <i>Κερδώ</i> [[πάλι]] για την [[αλεπού]]. Οπωσδήποτε, τα στοιχεία που έχουμε για να υποστηρίξουμε παρόμοια σημασιολογ. [[εξέλιξη]] στην [[περίπτωση]] του [[ἀλέκτωρ]] (και του [[ἀλεκτρυών]]) [[είναι]] ανεπαρκή. Επίσης, [[κατά]] το [[πρότυπο]] του [[ἀλέκτωρ]] σχηματίστηκε και το [[ἀλεκτρυών]], που δήλωνε και το θηλ. του ζώου, «την [[κότα]]». Το όνομα αυτό μαρτυρείται ομοίως ως κύριο όνομα, γεννώντας ανάλογο ετυμολογικό [[πρόβλημα]]. Στην Αρχαία Ελληνική για την [[ονομασία]] του ίδιου ζώου χρησιμοποιήθηκε, με [[στένωση]] της σημασίας της, και η λ. [[ὄρνις]], ὁ (και [[ὄρνις]], ἡ «η [[κότα]]»), που δήλωνε γενικότερα τη [[σημασία]] του πουλιού. Ακόμη χρησιμοποιήθηκε διαλεκτικώς και η λ. [[καλαΐς]] «[[κόκορας]]» και «[[κότα]]», από τη σημ. του «[[καλώ]], [[κραυγάζω]]» (<i>καλαις</i> <span style="color: red;"><</span> <i>καλαFίς</i> <span style="color: red;"><</span> [[καλέω]]<br />πρβλ. αρχ. ινδ. <i>us</i><i>ā</i>-<i>kala</i>- «[[κόκορας]]», ιρλ. <i>cailech</i> «[[κόκορας]]» <b>κ.ά.</b>). Στους μεσαιωνικούς χρόνους η λ. [[πετεινός]] από τη σημ. του «[[πτερωτός]], ιπτάμενος» και γενικότερα του «πουλιού» χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει τη σημ. «[[κόκορας]]». Η [[ίδια]] η λ. [[κόκορας]], ορθ. [[κόκκορας]], [[είναι]] ηχομιμητική λ. που συνδέεται με άλλες συναφείς ονομασίες τών ΙΕ γλωσσών και, [[κατά]] τον Buck, σχετίζεται με το «κόρκορα<br />[[ὄρνις]]» του Ησυχίου (πρβλ. ιρλ. <i>cerc</i> <b>κ.ά.</b>), σε συνδυασμό με τον αμάρτυρο (στη σημ. αυτή) τ. [[κόκκος]], «η του κόκορα», που οδηγεί στο μσν. λατ. <i>coccus</i>, από όπου τα γαλλ. <i>coq</i>, αγγλ. <i>cock</i> κ.ά. Στην [[ίδια]] ηχομιμητική [[τάξη]] λέξεων θα μπορούσε να συγκαταλεχθεί και η αρχαία λ. [[κόκκυ]] (λατ. <i>coco</i>, πρβλ. και «[[ὄρνις]] [[κοκκυβόας]]» ή «[[κοκκοβόας]]») που δήλωνε, [[μεταξύ]] άλλων, την [[κραυγή]] του κόκορα (πρβλ. σημ. «κικιρίκου»). Τέλος, σημειώνεται ότι το θηλ. του «[[κόκορας]]», η σημ. λ. [[κότα]], ορθ. [[κόττα]], ανάγεται ετυμολογικά στην αρχαία λ. [[κόττος]] ή <i>κοττός</i>, που από τη σημ. «[[λοφίο]]» εξελίχθηκε στη σημ. «[[κόκορας]]». Ο Ησύχιος διασώζει σχετικά την [[πληροφορία]]: «καὶ οἱ ἀλεκτρυόνες κοττοὶ διὰ τὸν ἐπὶ τῇ κεφαλῇ λόφον» (λ. [[πρόκοττα]]).<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> <b>αρχ.</b> [[ἀλεκτοριδεύς]], [[ἀλεκτορίς]], [[ἀλεκτορίσκος]]<br /><b>αρχ.-μσν.</b><br />[[ἀλεκτόρειος]]<br /><b>μσν.</b><br />[[ἀλεκτόριν]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[αλεκτορίδιο]].<br /><b><span style="color: brown;">ΣΥΝΘ.</span></b> <b>αρχ.-μσν.</b> [[ἀλεκτοροφωνία]]<br /><b>μσν.</b><br />[[ἀλεκτορομαντεία]]<br /><b>νεοελλ.</b><br />[[αλεκτοροειδής]], [[αλεκτορομαχία]]].<br /><b>(II)</b><br />[[ἀλέκτωρ]] (-ορος), η (Α)<br />(για γυναίκες) αυτή που δεν έχει νυφικό [[κρεβάτι]], άγαμη, ανύπαντρη.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ἀ</i>- στερητ. <span style="color: red;">+</span> [[λέκτρον]]].<br /><b>(III)</b><br />[[ἀλέκτωρ]] (-ορος), ο (AM)<br />αυτός που έχει νυφικό [[κρεβάτι]], ο [[σύζυγος]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ἀ</i>- αθροιστ. <span style="color: red;">+</span> [[λέκτρον]].
}}
}}
==Translations==
{{trml
Afrikaans: haan; Albanian: kokosh, gjel; Amharic: አውራ ዶሮ; Arabic: دِيك‎, ذَكَر‎; Egyptian Arabic: ديك‎, دكر‎; Moroccan Arabic: فروج‎; Tunisian Arabic: سردوك‎; Armenian: աքլոր, աքաղաղ, խորոզ; Asturian: gallu, pitu; Azerbaijani: xoruz; Banjarese: hayam jagau; Bashkir: әтәс; Basque: oilar; Belarusian: пе́вень, пяту́х; Bikol Central: sulog; Breton: kilhog; Bulgarian: пете́л; Burmese: ကြက်ဖ; Catalan: gall; Chamicuro: kayo; Chechen: боргӏал, нӏаьна; Cherokee: ᎠᏨᏯ; Chickasaw: aka̠nakni'; Chinese Cantonese: 雞公, 鸡公; Mandarin: 雄雞, 雄鸡, 公雞, 公鸡; Min Nan: 雞公; Chukchi: ӄԓегтанӈыгатԓе; Chuvash: автан; Crimean Tatar: horaz, qoraz; Czech: kohout; Danish: hane, kok; Dutch: haan; Erzya: атякш; Esperanto: virkoko, kokiĉo; Estonian: kukk, kikas; Ewe: koklotsu; Faroese: hani; Finnish: kukko; Franco-Provençal: jal; French: coq; Friulian: gjal; Galician: galo; Georgian: მამალი; German: [[Hahn]], [[Go­ckel­hahn]]; Alemannic German: [[Hane]], [[Güggel]], [[Guli]]; Gothic: 𐌷𐌰𐌽𐌰; Greek: [[κόκορας]], [[κοκόρι]], [[αλέκτωρ]], [[αλέκτορας]], [[πετεινός]], [[πετεινάρι]]; Ancient Greek: [[ἀλεκτρυών]], [[ἀλέκτωρ]]; Guaraní: kupyju; Gujarati: કૂકડો; Hebrew: גֶּבֶר‎, שֶׂכְוִי‎; Hindi: मुर्ग़ा, मुरगा, कुक्कुट; Hungarian: kakas; Hunsrik: Haan; Icelandic: hani; Ido: hanulo; Indonesian: jago,ayam jantan, ayam jago; Interlingua: gallo; Irish: coileach; Italian: gallo; Japanese: 雄鳥; Javanese: jago; Kashmiri: کۄکُر‎; Kazakh: әтеш, қораз; Khmer: មាន់ឈ្មោល; Korean: 수탉; Kumyk: хораз, дедукъ; Kurdish Central Kurdish: کەڵەشێر‎, کەلەباب‎; Northern Kurdish: dîk; Southern Kurdish: کڵەشێر‎, کەڵەشێر‎; Kyrgyz: короз; Ladino Hebrew: גאייו‎; Roman: gayo; Lao: ສະກາ; Latgalian: gaiļs; Latin: [[gallus]]; Latvian: gailis; Lithuanian: gaidys; Low German: Hahn; Lü: ᦺᦂᧈᦗᦴᧉ; Macedonian: петел; Malay: ayam jantan; Malayalam: പൂവങ്കോഴി; Maltese: serduk, serduq; Manchu: ᠠᠮᡳᠯᠠ; ᠴᠣᡴᠣ; Manx: kellagh; Maore Comorian: kukui; Maori: tame heihei, pīkaokao; Marathi: कोंबडा; Mazanderani: تلا‎; Mi'kmaq: lape'w anim, nape'w anim; Mongolian: эр тахиа; Navajo: naaʼahóóhai bikąʼí; Ngazidja Comorian: kuɗume; Nivkh: арфэӄ; Norwegian: hane; Occitan: gal; Ojibwe: naabese; Old Church Slavonic: кокотъ; Cyrillic: коуръ; Old English: hana; Old Irish: caileach; Oriya: ଗଞ୍ଜା; Oromo: kormaa; Papiamentu: gai; Persian: خروس‎; Plautdietsch: Hon; Polish: kogut; kur anim, kokot; Portuguese: galo; Quechua: k'anka; Romagnol: gal; Romanian: cocoș; Russian: пету́х; ко́чет, пе́вень; Sanskrit: कुक्कुट; Sardinian: pudhu; Scottish Gaelic: coileach; Serbo-Croatian Cyrillic: петао / пијетао, певац / пијевац, хороз; Roman: petao / pijetao, pevac / pijevac, horoz; Sicilian: jaddu, gaddu; Skolt Sami: ååʹreskääʹnn; Slovak: kohút; Slovene: petelin; Sorbian Lower Sorbian: kokot; Spanish: [[gallo]]; Swahili: jogoo; Swedish: tupp; Tagalog: rooster, tandang; Tamil: சேவல்; Taos: gòyu’úna; Tashelhit: ⴰⴼⵓⵍⵍⵓⵙ, ⴰⵢⴰⵥⵉⴹ; Telugu: రూస్టర్, కోడిపుంజు; Thai: ไก่ตัวผู้; Turkish: horoz; Turkmen: horaz; Udi: дадал; Ukrainian: пі́вень, ко́гут, ко́кош; Urdu: مرغا‎, خروس‎; Uyghur: خوراز‎; Uzbek: xo'roz; Venetian: gaƚo; Vietnamese: gà trống, con gà trống; Volapük: higok; Walloon: cok; Welsh: ceiliog, ceiliogod; West Frisian: hoanne; Westrobothnian: kank, hahna; Wolof: séq gi; Zazaki: dîk; Zhuang: gaeqboux
|trtx=Afrikaans: haan; Albanian: kokosh, gjel; Amharic: አውራ ዶሮ; Arabic: دِيك‎, ذَكَر‎; Egyptian Arabic: ديك‎, دكر‎; Moroccan Arabic: فروج‎; Tunisian Arabic: سردوك‎; Armenian: աքլոր, աքաղաղ, խորոզ; Asturian: gallu, pitu; Azerbaijani: xoruz; Banjarese: hayam jagau; Bashkir: әтәс; Basque: oilar; Belarusian: пе́вень, пяту́х; Bikol Central: sulog; Breton: kilhog; Bulgarian: пете́л; Burmese: ကြက်ဖ; Catalan: gall; Chamicuro: kayo; Chechen: боргӏал, нӏаьна; Cherokee: ᎠᏨᏯ; Chickasaw: aka̠nakni'; Chinese Cantonese: 雞公, 鸡公; Mandarin: 雄雞, 雄鸡, 公雞, 公鸡; Min Nan: 雞公; Chukchi: ӄԓегтанӈыгатԓе; Chuvash: автан; Crimean Tatar: horaz, qoraz; Czech: kohout; Danish: hane, kok; Dutch: haan; Erzya: атякш; Esperanto: virkoko, kokiĉo; Estonian: kukk, kikas; Ewe: koklotsu; Faroese: hani; Finnish: kukko; Franco-Provençal: jal; French: coq; Friulian: gjal; Galician: galo; Georgian: მამალი; German: [[Hahn]], [[Go­ckel­hahn]]; Alemannic German: [[Hane]], [[Güggel]], [[Guli]]; Gothic: 𐌷𐌰𐌽𐌰; Greek: [[κόκορας]], [[κοκόρι]], [[αλέκτωρ]], [[αλέκτορας]], [[πετεινός]], [[πετεινάρι]]; Ancient Greek: [[ἀλεκτρυών]], [[ἀλέκτωρ]]; Guaraní: kupyju; Gujarati: કૂકડો; Hebrew: גֶּבֶר‎, שֶׂכְוִי‎; Hindi: मुर्ग़ा, मुरगा, कुक्कुट; Hungarian: kakas; Hunsrik: Haan; Icelandic: hani; Ido: hanulo; Indonesian: jago,ayam jantan, ayam jago; Interlingua: gallo; Irish: coileach; Italian: gallo; Japanese: 雄鳥; Javanese: jago; Kashmiri: کۄکُر‎; Kazakh: әтеш, қораз; Khmer: មាន់ឈ្មោល; Korean: 수탉; Kumyk: хораз, дедукъ; Kurdish Central Kurdish: کەڵەشێر‎, کەلەباب‎; Northern Kurdish: dîk; Southern Kurdish: کڵەشێر‎, کەڵەشێر‎; Kyrgyz: короз; Ladino Hebrew: גאייו‎; Roman: gayo; Lao: ສະກາ; Latgalian: gaiļs; Latin: [[gallus]]; Latvian: gailis; Lithuanian: gaidys; Low German: Hahn; Lü: ᦺᦂᧈᦗᦴᧉ; Macedonian: петел; Malay: ayam jantan; Malayalam: പൂവങ്കോഴി; Maltese: serduk, serduq; Manchu: ᠠᠮᡳᠯᠠ; ᠴᠣᡴᠣ; Manx: kellagh; Maore Comorian: kukui; Maori: tame heihei, pīkaokao; Marathi: कोंबडा; Mazanderani: تلا‎; Mi'kmaq: lape'w anim, nape'w anim; Mongolian: эр тахиа; Navajo: naaʼahóóhai bikąʼí; Ngazidja Comorian: kuɗume; Nivkh: арфэӄ; Norwegian: hane; Occitan: gal; Ojibwe: naabese; Old Church Slavonic: кокотъ; Cyrillic: коуръ; Old English: hana; Old Irish: caileach; Oriya: ଗଞ୍ଜା; Oromo: kormaa; Papiamentu: gai; Persian: خروس‎; Plautdietsch: Hon; Polish: kogut; kur anim, kokot; Portuguese: galo; Quechua: k'anka; Romagnol: gal; Romanian: cocoș; Russian: пету́х; ко́чет, пе́вень; Sanskrit: कुक्कुट; Sardinian: pudhu; Scottish Gaelic: coileach; Serbo-Croatian Cyrillic: петао / пијетао, певац / пијевац, хороз; Roman: petao / pijetao, pevac / pijevac, horoz; Sicilian: jaddu, gaddu; Skolt Sami: ååʹreskääʹnn; Slovak: kohút; Slovene: petelin; Sorbian Lower Sorbian: kokot; Spanish: [[gallo]]; Swahili: jogoo; Swedish: tupp; Tagalog: rooster, tandang; Tamil: சேவல்; Taos: gòyu’úna; Tashelhit: ⴰⴼⵓⵍⵍⵓⵙ, ⴰⵢⴰⵥⵉⴹ; Telugu: రూస్టర్, కోడిపుంజు; Thai: ไก่ตัวผู้; Turkish: horoz; Turkmen: horaz; Udi: дадал; Ukrainian: пі́вень, ко́гут, ко́кош; Urdu: مرغا‎, خروس‎; Uyghur: خوراز‎; Uzbek: xo'roz; Venetian: gaƚo; Vietnamese: gà trống, con gà trống; Volapük: higok; Walloon: cok; Welsh: ceiliog, ceiliogod; West Frisian: hoanne; Westrobothnian: kank, hahna; Wolof: séq gi; Zazaki: dîk; Zhuang: gaeqboux
}}