Anonymous

φύλαρχος: Difference between revisions

From LSJ
m
Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1"
m (Text replacement - "d’" to "d'")
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
Line 12: Line 12:
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-1314.png Seite 1314]] ὁ, = [[φυλάρχης]]; Ar. Av. 799; Plat. Legg. IX, 880 d u. öfter, immer mit [[ἵππαρχος]] verbunden; vgl. Dem. 4, 26; Lys. 12, 44. – In Rom der praefectus tribuum, tribunus, D. Hal. 2, 7, Plut. Rom. 20.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-1314.png Seite 1314]] ὁ, = [[φυλάρχης]]; Ar. Av. 799; Plat. Legg. IX, 880 d u. öfter, immer mit [[ἵππαρχος]] verbunden; vgl. Dem. 4, 26; Lys. 12, 44. – In Rom der praefectus tribuum, tribunus, D. Hal. 2, 7, Plut. Rom. 20.
}}
{{bailly
|btext=ου (ὁ) :<br />président d'une tribu (à Athènes, <i>etc.</i>) ; <i>p. suite</i> :<br /><b>1</b> <i>à Athènes</i> phylarque, commandant d'un des dix corps de cavalerie fournis par les dix tribus;<br /><b>2</b> <i>à Rome</i> tribun, <i>càd</i> chef d'une tribu (intendant, administrateur, <i>etc.</i>).<br />'''Étymologie:''' [[φυλή]], [[ἄρχω]].
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''φύλαρχος''': ὁ, ὁ ἀρχηγὸς φυλῆς, Ἡρόδ. 5. 69, Ξεν. Κύρου Παιδ. 1. 2, 14, κ. ἀλλ. (πρβλ. [[φυλάρχης]]), Συλλ. Ἐπιγρ. 5773, κλπ.· ― ἐν χρήσει πρὸς μετάφρασιν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ tribunus, Διον. Ἁλ. 2. 7, Πλουτ. Ρωμ. 20. ΙΙ. ὡς στρατιωτικὸς ὅρος ἐν Ἀθήναις, ὁ διοικητὴς ἑνὸς τῶν ἱππικῶν σωμάτων ὧν ἕκαστον παρεῖχεν εἰς τὴν πολιτείαν ἡ οἰκεία [[φυλή]], χειροτονοῦσι δὲ καὶ φυλάρχους [ι΄], ἕνα τῆς φυλῆς, τὸν ἡγησόμενον τῶν ἱππέων, [[ὥσπερ]] οἱ ταξίαρχοι τῶν ὁπλιτῶν Ἀριστ. Ἀθην. Πολ. σ. 90, 12, Blass., ἴδε ἐν λ. [[ἵππαρχος]]. ΙΙΙ. οἱ φύλαρχοι, ὀλιγαρχικόν τι [[συμβούλιον]] ἐν Ἐπιδάμνῳ, Ἀριστ. Πολιτ. 5. 1, 10.
|lstext='''φύλαρχος''': ὁ, ὁ ἀρχηγὸς φυλῆς, Ἡρόδ. 5. 69, Ξεν. Κύρου Παιδ. 1. 2, 14, κ. ἀλλ. (πρβλ. [[φυλάρχης]]), Συλλ. Ἐπιγρ. 5773, κλπ.· ― ἐν χρήσει πρὸς μετάφρασιν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ tribunus, Διον. Ἁλ. 2. 7, Πλουτ. Ρωμ. 20. ΙΙ. ὡς στρατιωτικὸς ὅρος ἐν Ἀθήναις, ὁ διοικητὴς ἑνὸς τῶν ἱππικῶν σωμάτων ὧν ἕκαστον παρεῖχεν εἰς τὴν πολιτείαν ἡ οἰκεία [[φυλή]], χειροτονοῦσι δὲ καὶ φυλάρχους [ι΄], ἕνα τῆς φυλῆς, τὸν ἡγησόμενον τῶν ἱππέων, [[ὥσπερ]] οἱ ταξίαρχοι τῶν ὁπλιτῶν Ἀριστ. Ἀθην. Πολ. σ. 90, 12, Blass., ἴδε ἐν λ. [[ἵππαρχος]]. ΙΙΙ. οἱ φύλαρχοι, ὀλιγαρχικόν τι [[συμβούλιον]] ἐν Ἐπιδάμνῳ, Ἀριστ. Πολιτ. 5. 1, 10.
}}
{{bailly
|btext=ου (ὁ) :<br />président d'une tribu (à Athènes, <i>etc.</i>) ; <i>p. suite</i> :<br /><b>1</b> <i>à Athènes</i> phylarque, commandant d'un des dix corps de cavalerie fournis par les dix tribus;<br /><b>2</b> <i>à Rome</i> tribun, <i>càd</i> chef d'une tribu (intendant, administrateur, <i>etc.</i>).<br />'''Étymologie:''' [[φυλή]], [[ἄρχω]].
}}
}}
{{grml
{{grml