Anonymous

διαφαίνω: Difference between revisions

From LSJ
m
no edit summary
m (Text replacement - "(Moy.<\/b><\/i> )(.*?μαι) " to "$1$2 ")
mNo edit summary
Line 17: Line 17:
}}
}}
{{bailly
{{bailly
|btext=<b>1</b> <i>tr.</i> faire voir à travers, laisser entrevoir;<br /><b>2</b> <i>intr.</i> se laisser entrevoir, se faire voir, se montrer ; ἠὼς διέφαινε HDT l'aurore commençait à paraître;<br /><i><b>Moy.</b></i> [[διαφαίνομαι (<i>f.</i> διαφανοῦμαι]] <i>ou</i> διαφανήσομαι);<br /><b>1</b> se laisser voir entre : νεκύων IL entre les cadavres;<br /><b>2</b> se laisser voir à travers (une substance transparente);<br /><b>3</b> [[brûler en jetant une lueur brillante]];<br /><b>4</b> se montrer clairement, être <i>ou</i> devenir évident;<br /><b>5</b> briller, se distinguer entre tous.<br />'''Étymologie:''' [[διά]], [[φαίνω]].
|btext=<b>1</b> <i>tr.</i> faire voir à travers, laisser entrevoir;<br /><b>2</b> <i>intr.</i> se laisser entrevoir, se faire voir, se montrer ; ἠὼς διέφαινε HDT l'aurore commençait à paraître;<br /><i><b>Moy.</b></i> [[διαφαίνομαι]] (<i>f.</i> διαφανοῦμαι <i>ou</i> διαφανήσομαι);<br /><b>1</b> se laisser voir entre : νεκύων IL entre les cadavres;<br /><b>2</b> se laisser voir à travers (une substance transparente);<br /><b>3</b> [[brûler en jetant une lueur brillante]];<br /><b>4</b> se montrer clairement, être <i>ou</i> devenir évident;<br /><b>5</b> briller, se distinguer entre tous.<br />'''Étymologie:''' [[διά]], [[φαίνω]].
}}
}}
{{elnl
{{elnl
|elnltext=δια-φαίνω, Dor. aor. διέφανα act. met acc., causat. doen verschijnen, laten schijnen, tonen:. ἀώς... καλὸν διέφανε πρόσωπον de dageraad liet haar fraaie gelaat schijnen Theocr. 18.26; διέφαινεν... ἡ ἀκμὴ τὸ γεραρὸν καὶ τὸ βασιλικὸν τοῦ ἤθους zijn rijpe jeugd toonde het eerbiedwaardige en koninklijke van zijn karakter Plut. Pomp. 2.1. intrans. stralen, zichtbaar zijn:. διαφαινούσης ἡμέρης toen de dageraad gloorde Hdt. 7.219.1; τὸ μεγαλοπρές... διὰ τοῦ προσώπου... διαφαίνει waardigheid straalt van het gelaat af Xen. Mem. 3.10.5. pass. intrans. verschijnen, zichtbaar worden:; νεκύων διεφαίνετο χῶρος de grond werd zichtbaar tussen de lijken Il. 10.199; διὰ λεπτῶν... ὑμένων ἀήρ διαφαίνεται de lucht wordt zichtbaar door de dunne membranen heen Hp. Flat. 14; ἐν... τῇ στήλῃ ἐνεὼν διαφαίνεται νέκυς het lijk is goed zichtbaar in de zuil Hdt. 3.24.3; φασὶ παιδὸς ὄντος αὐτοῦ διαφαίνεσθαι χάριεν ἦθος men zegt dat toen hij jong was een aangenaam karakter zichtbaar was Plut. Alex. 77.8; schitteren:; διεφαίνετο δ’ αἰνῶς hij verspreidde een felle gloed Od. 9.379; doorzichtig zijn; overdr.: duidelijk... zijn, blijken te zijn:. δυνάμει γὰρ ταῦτα μέγιστα διεφάνη want (die steden) waren duidelijk in kracht de machtigste gebleken Thuc. 1.18.2.
|elnltext=δια-φαίνω, Dor. aor. διέφανα act. met acc., causat. doen verschijnen, laten schijnen, tonen:. ἀώς... καλὸν διέφανε πρόσωπον de dageraad liet haar fraaie gelaat schijnen Theocr. 18.26; διέφαινεν... ἡ ἀκμὴ τὸ γεραρὸν καὶ τὸ βασιλικὸν τοῦ ἤθους zijn rijpe jeugd toonde het eerbiedwaardige en koninklijke van zijn karakter Plut. Pomp. 2.1. intrans. stralen, zichtbaar zijn:. διαφαινούσης ἡμέρης toen de dageraad gloorde Hdt. 7.219.1; τὸ μεγαλοπρές... διὰ τοῦ προσώπου... διαφαίνει waardigheid straalt van het gelaat af Xen. Mem. 3.10.5. pass. intrans. verschijnen, zichtbaar worden:; νεκύων διεφαίνετο χῶρος de grond werd zichtbaar tussen de lijken Il. 10.199; διὰ λεπτῶν... ὑμένων ἀήρ διαφαίνεται de lucht wordt zichtbaar door de dunne membranen heen Hp. Flat. 14; ἐν... τῇ στήλῃ ἐνεὼν διαφαίνεται νέκυς het lijk is goed zichtbaar in de zuil Hdt. 3.24.3; φασὶ παιδὸς ὄντος αὐτοῦ διαφαίνεσθαι χάριεν ἦθος men zegt dat toen hij jong was een aangenaam karakter zichtbaar was Plut. Alex. 77.8; schitteren:; διεφαίνετο δ’ αἰνῶς hij verspreidde een felle gloed Od. 9.379; doorzichtig zijn; overdr.: duidelijk... zijn, blijken te zijn:. δυνάμει γὰρ ταῦτα μέγιστα διεφάνη want (die steden) waren duidelijk in kracht de machtigste gebleken Thuc. 1.18.2.
}}
}}
{{elru
{{elru
Line 26: Line 26:
}}
}}
{{Slater
{{Slater
|sltr=[[διαφαίνω]] <br />&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>a</b> [[shine]] [[apart]]: of a [[fire]] [[divide]] its [[light]] καιομένα δ' [[αὐτῷ]] (= Ἀπόλλωνι) διέφαινε [[πυρά]]. (v. 1. διέφανε· [[οἷον]] [[διάστημα]] [[τοῦ]] πυρὸς ἐγενήθη, [[ἕως]] ἂν ἐπιβὰς ὁ [[Ἀπόλλων]] ἀνέληται τὸν παῖδα. Σ.) (P. 3.44) <br />&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>b</b> [[pass]]. met., be illuminated ἐν δὲ πείρᾳ [[τέλος]] διαφαίνεται ὧν [[τις]] ἐξοχώτερος γένηται (N. 3.71)
|sltr=[[διαφαίνω]] <br />&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>a</b> [[shine]] [[apart]]: of a [[fire]] [[divide]] its [[light]] καιομένα δ' [[αὐτῷ]] (= Ἀπόλλωνι) διέφαινε [[πυρά]]. (v. 1. διέφανε· [[οἷον]] [[διάστημα]] [[τοῦ]] πυρὸς ἐγενήθη, [[ἕως]] ἂν ἐπιβὰς ὁ [[Ἀπόλλων]] ἀνέληται τὸν παῖδα. Σ.) (P. 3.44) <br />&nbsp;&nbsp;&nbsp;<b>b</b> [[pass]]. met., be illuminated ἐν δὲ πείρᾳ [[τέλος]] διαφαίνεται ὧν [[τις]] ἐξοχώτερος γένηται (N. 3.71)
}}
}}
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''διαφαίνω:''' μέλ. <i>-φᾰνῶ</i>,<br /><b class="num">I.</b> [[αφήνω]] [[κάτι]] να διαφανεί, [[φανερώνω]], σε Θεόκρ.<br /><b class="num">II. 1.</b> Παθ. αόρ. βʹ -εφάνην [ᾰ], εμφανίζομαι ή [[διαφαίνομαι]], νεκύων δ. [[χῶρος]], φαινόταν [[καθαρός]] ο [[τόπος]] από νεκρά σώματα, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για πράγματα, αυτό το οποίο διαφαίνεται [[πίσω]] από ένα διάφανο υλικό, σε Ηρόδ.<br /><b class="num">2.</b> [[γυαλίζω]], [[λάμπω]], είμαι πυρόχρωμος, σε Ομήρ. Οδ.<br /><b class="num">3.</b> μεταφ., είμαι [[πασίδηλος]], [[αυταπόδεικτος]], σε Θουκ.· είμαι [[επιφανής]] [[ανάμεσα]] σε άλλους, στον ίδ.<br /><b class="num">III.</b> απόλ., στην Ενεργ., διαφαίνεται το φως, χαράζει, ανατέλλει, [[ἡμέρα]], <i>ἠὼς διέφαινε</i>, σε Ηρόδ.· μεταφ., [[λαμποκοπώ]] [[ανάμεσα]] σε, σε Ξεν.
|lsmtext='''διαφαίνω:''' μέλ. <i>-φᾰνῶ</i>,<br /><b class="num">I.</b> [[αφήνω]] [[κάτι]] να διαφανεί, [[φανερώνω]], σε Θεόκρ.<br /><b class="num">II. 1.</b> Παθ. αόρ. βʹ -εφάνην [ᾰ], εμφανίζομαι ή [[διαφαίνομαι]], νεκύων δ. [[χῶρος]], φαινόταν [[καθαρός]] ο [[τόπος]] από νεκρά σώματα, σε Ομήρ. Ιλ.· λέγεται για πράγματα, αυτό το οποίο διαφαίνεται [[πίσω]] από ένα διάφανο υλικό, σε Ηρόδ.<br /><b class="num">2.</b> [[γυαλίζω]], [[λάμπω]], είμαι πυρόχρωμος, σε Ομήρ. Οδ.<br /><b class="num">3.</b> μεταφ., είμαι [[πασίδηλος]], [[αυταπόδεικτος]], σε Θουκ.· είμαι [[επιφανής]] [[ανάμεσα]] σε άλλους, στον ίδ.<br /><b class="num">III.</b> απόλ., στην Ενεργ., διαφαίνεται το φως, χαράζει, ανατέλλει, [[ἡμέρα]], <i>ἠὼς διέφαινε</i>, σε Ηρόδ.· μεταφ., [[λαμποκοπώ]] [[ανάμεσα]] σε, σε Ξεν.
}}
}}
{{ls
{{ls