Anonymous

ἐρημία: Difference between revisions

From LSJ
m
Text replacement - "τῶν" to "τῶν"
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(<\/b>) ([a-zA-ZÀ-ÿŒ'œ ]+), ([a-zA-ZÀ-ÿŒ'œ ]+), ([a-zA-ZÀ-ÿŒ'œ ]+);" to "$1 $2, $3, $4;")
m (Text replacement - "τῶν" to "τῶν")
Line 32: Line 32:
}}
}}
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''ἐρημία:''' ἡ,<br /><b class="num">I.</b> λέγεται για τόπους, [[ερημιά]], [[τόπος]] [[ακατοίκητος]], [[έρημος]], σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.<br /><b class="num">II.</b> ως [[κατάσταση]], [[απομόνωση]], [[αποξένωση]], [[μοναξιά]], <i>ἐρημίαν ἄγειν</i>, <i>ἔχειν</i>, ζω [[μόνος]], βίο μονήρη, σε Ευρ.· λέγεται για πρόσωπα, [[απομόνωση]], [[εγκατάλειψη]], [[εξορία]], σε Σοφ.· <i>δι' ἐρημίαν</i>, εξαιτίας της έλλειψης συμμαχίας, σε Θουκ.<br /><b class="num">2.</b> με γεν., [[έλλειψη]], [[απουσία]] πράγματος, σε Ευρ., Θουκ. κ.λπ.· τὴν ἐρ. δρῶν [[τῶν]] κωλυσόντων, βλέποντας ότι [[κανείς]] δεν υπήρχε να τον εμποδίσει, σε Δημ.· <i>ἐρ. κακῶν</i>, [[λύτρωση]], [[απαλλαγή]] από το [[κακό]], σε Ευρ.
|lsmtext='''ἐρημία:''' ἡ,<br /><b class="num">I.</b> λέγεται για τόπους, [[ερημιά]], [[τόπος]] [[ακατοίκητος]], [[έρημος]], σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.<br /><b class="num">II.</b> ως [[κατάσταση]], [[απομόνωση]], [[αποξένωση]], [[μοναξιά]], <i>ἐρημίαν ἄγειν</i>, <i>ἔχειν</i>, ζω [[μόνος]], βίο μονήρη, σε Ευρ.· λέγεται για πρόσωπα, [[απομόνωση]], [[εγκατάλειψη]], [[εξορία]], σε Σοφ.· <i>δι' ἐρημίαν</i>, εξαιτίας της έλλειψης συμμαχίας, σε Θουκ.<br /><b class="num">2.</b> με γεν., [[έλλειψη]], [[απουσία]] πράγματος, σε Ευρ., Θουκ. κ.λπ.· τὴν ἐρ. δρῶν τῶν κωλυσόντων, βλέποντας ότι [[κανείς]] δεν υπήρχε να τον εμποδίσει, σε Δημ.· <i>ἐρ. κακῶν</i>, [[λύτρωση]], [[απαλλαγή]] από το [[κακό]], σε Ευρ.
}}
}}
{{mdlsj
{{mdlsj