Anonymous

ἀνανέμω: Difference between revisions

From LSJ
6_20
(13_2)
(6_20)
Line 12: Line 12:
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0199.png Seite 199]] p. ἀννέμω (s. [[νέμω]]), 1) auf's neue theilen. – 2) im med., aufzählen, herrechnen, Her. 1, 173; her-, vorlesen, Theocr. 18, 47.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0199.png Seite 199]] p. ἀννέμω (s. [[νέμω]]), 1) auf's neue theilen. – 2) im med., aufzählen, herrechnen, Her. 1, 173; her-, vorlesen, Theocr. 18, 47.
}}
{{ls
|lstext='''ἀνανέμω''': ποιητ. ἀννέμω, [[διανέμω]] ἐκ νέου, ὡς τὸ [[ἀναδατέομαι]] (πρβλ. [[ἀνανομή]]). ΙΙ. κατὰ [[μέσον]] τύπον, ἀριθμῶ, «[[λογαριάζω]]», καταλέξει ἑωυτὸν [[μητρόθεν]] καὶ τῆς μητρὸς ἀνανεμέεται τὰς μητέρας (Ἰων. μέλλ.) Ἡρόδ. 1. 173. 2) [[ἀπαγγέλλω]], ἀναγινώσκω, τὸ πλεῖστον, Δωρ., «ἀνανέμειν· ἴσον τῷ ἀναγινώσκειν· [[οὕτως]] Ἐπίχαρμος· Ἡρόδοτος δὲ ἀνανέμεσθαι ἐπὶ τοῦ καταλέγειν τέθεικεν» Ζωναρ. 203, Θεόκρ. 18. 48, [[ἔνθα]] ἴδε Τούπιον.
}}
}}