3,277,700
edits
(6_10) |
(Bailly1_2) |
||
Line 15: | Line 15: | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''εὐκοσμία''': ἡ, καλὸς [[τρόπος]], καλὴ [[διαγωγή]], [[εὐπρέπεια]] τρόπου, Εὐρ. Βάκχ. 693, Ξεν., κλ., πληθυντ., εὐκοσμίαι τῶν παίδων Πλάτ. Πρωτ. 325D, πρβλ. Ἀριστ. Πολιτικ. 4. 15, 9· ὁ ἐπὶ τῆς εὐκοσμίας καὶ τῶν παρθένων, ἄρχων τιε οἷος ὁ censor morum, Ἐπιγρ. Σμύρν. ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. 3185. 19· ὁ ἐπὶ τῆς εὐκ. ἄρχων [[αὐτόθι]] 3831a. 14 (προσθῆκαι), 3847m (προσθῆκαι). | |lstext='''εὐκοσμία''': ἡ, καλὸς [[τρόπος]], καλὴ [[διαγωγή]], [[εὐπρέπεια]] τρόπου, Εὐρ. Βάκχ. 693, Ξεν., κλ., πληθυντ., εὐκοσμίαι τῶν παίδων Πλάτ. Πρωτ. 325D, πρβλ. Ἀριστ. Πολιτικ. 4. 15, 9· ὁ ἐπὶ τῆς εὐκοσμίας καὶ τῶν παρθένων, ἄρχων τιε οἷος ὁ censor morum, Ἐπιγρ. Σμύρν. ἐν τῇ Συλλ. Ἐπιγρ. 3185. 19· ὁ ἐπὶ τῆς εὐκ. ἄρχων [[αὐτόθι]] 3831a. 14 (προσθῆκαι), 3847m (προσθῆκαι). | ||
}} | |||
{{bailly | |||
|btext=ας (ἡ) :<br />bon ordre, conduite réglée, décence.<br />'''Étymologie:''' [[εὔκοσμος]]. | |||
}} | }} |