3,270,341
edits
(6_11) |
(Bailly1_5) |
||
Line 15: | Line 15: | ||
{{ls | {{ls | ||
|lstext='''φωστήρ''': ῆρος, ὁ, (φῶς, [[φώσκω]]), ὁ φωτίζων, ὁ πέμπων φῶς, λόγων καὶ νόμων Ἀνθ. Παλατ. 11. 359, πρβλ. Χρησμ. Σιβ. 8. 230· ― οἱ φωστῆρες, οἱ ἐν τῷ οὐρανῷ φωτίζοντες, οἱ ἀστέρες, Ἀνθ. Παλατ. 15. 17, Ἑβδ., Καιν. Διαθ.· ἐπὶ βασιλέως, τῷ φ. τῷ ἡμετέρῳ Θεμίστ. 204C· ὁ φ. τῆς οἰκουμένης Ἄννα Κομν. 381. ΙΙ. μεταφορ., [[ἄνοιγμα]] ἢ ὀπὴ φωτός, [[φωταγωγός]], «[[φεγγίτης]]», [[θύρα]] ἢ παράθυρον, «[[φωστήρ]], θυρὶς» Ἡσύχ.: ὥς τινες καὶ τὸ fenestra (festra) ἠθέλησαν νὰ ἐτυμολογήσωσιν ἐκ τοῦ [[φάος]]. | |lstext='''φωστήρ''': ῆρος, ὁ, (φῶς, [[φώσκω]]), ὁ φωτίζων, ὁ πέμπων φῶς, λόγων καὶ νόμων Ἀνθ. Παλατ. 11. 359, πρβλ. Χρησμ. Σιβ. 8. 230· ― οἱ φωστῆρες, οἱ ἐν τῷ οὐρανῷ φωτίζοντες, οἱ ἀστέρες, Ἀνθ. Παλατ. 15. 17, Ἑβδ., Καιν. Διαθ.· ἐπὶ βασιλέως, τῷ φ. τῷ ἡμετέρῳ Θεμίστ. 204C· ὁ φ. τῆς οἰκουμένης Ἄννα Κομν. 381. ΙΙ. μεταφορ., [[ἄνοιγμα]] ἢ ὀπὴ φωτός, [[φωταγωγός]], «[[φεγγίτης]]», [[θύρα]] ἢ παράθυρον, «[[φωστήρ]], θυρὶς» Ἡσύχ.: ὥς τινες καὶ τὸ fenestra (festra) ἠθέλησαν νὰ ἐτυμολογήσωσιν ἐκ τοῦ [[φάος]]. | ||
}} | |||
{{bailly | |||
|btext=ῆρος (ὁ) :<br /><b>1</b> ce qui donne la lumière, ce qui illumine;<br /><b>2</b> <i>particul.</i> corps céleste lumineux, étoile, astre;<br /><b>3</b> éclat, lumière.<br />'''Étymologie:''' [[φῶς]]. | |||
}} | }} |