Anonymous

καδδίζω: Difference between revisions

From LSJ
m
Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(mltxt.*?)ῑ(.*?\n\}\})" to "$1ῖ$2"
(Bailly1_3)
m (Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(mltxt.*?)ῑ(.*?\n\}\})" to "$1ῖ$2")
 
(4 intermediate revisions by the same user not shown)
Line 3: Line 3:
}}
}}
{{bailly
{{bailly
|btext=<i>seul. inf. pf. Pass.</i> [[κεκαδδίσθαι]], <i>vulg.</i> κεκαδεῖσθαι;<br />décider par les urnes, par un scrutin.<br />'''Étymologie:''' [[κάδος]].
|btext=<i>seul. inf. pf. Pass.</i> [[κεκαδδίσθαι]], <i>vulg.</i> κεκαδεῖσθαι;<br />[[décider par les urnes]], [[par un scrutin]].<br />'''Étymologie:''' [[κάδος]].
}}
{{grml
|mltxt=[[καδδίζω]] (Α) [[κάδδιχος]]<br />[[ρίχνω]] την ψήφο στον κάδδιχον, στην [[κάλπη]], και κατ' επέκτ. [[ρίχνω]] αποδοκιμαστική ψήφο, [[αποδοκιμάζω]] με την ψήφο<br />το ρ. επλάσθη για να εξηγήσει το απρμφ. παθ. παρκμ. <i>κεκαδδίσθαι</i> ή <i>κεκαδδεῖσθαι</i> ([[κατά]] τα αντίγρ.) ή <i>κεκαδδῆσθαι</i> ή <i>κεκαδδίχθαι</i> ή <i>κεκαδδιχίσθαι</i> ή <i>ἐκκεκαδδιχίσθαι</i> που υπάρχει στον <b>Πλούτ.</b> («τὸν δὲ [[οὕτως]] ἀποδοκιμασθέντα κεκαδδῖχθαι λέγουσι» — γι' αυτόν που αποδοκιμάστηκε με [[ψηφοφορία]] λένε ότι έχει καδδισθεί, <b>Πλούτ.</b>).
}}
{{elru
|elrutext='''καδδίζω:''' (только inf. pf. pass. [[κεκαδδίσθαι]] или κεκαδδεῖσθαι) решать голосованием (о допущении к участию в сисситиях) Plut.
}}
}}