εξαεριστήρας

From LSJ

μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι ὄτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν → blessed are the poor in spirit, for theirs is the kingdom of heaven (Matthew 5:3)

Source

Greek Monolingual

ο εξαερίζω
μηχάνημα με το οποίο γίνεται εξαερισμός (ανεμιστήρες, αεριστήρες, σωλήνες εξαερισμού, αεραγωγοί κ.λπ.).