σιτιοδόχη

From LSJ

Ἐχθροῦ παρ' ἀνδρὸς οὐδέν ἐστι χρήσιμον → Inimicus homo nil umquam praestat utile → Von einem Feind kommt niemals etwas Nützliches

Menander, Monostichoi, 166

Greek Monolingual

η, Ν
μικρός σάκος, σακίδιο για τρόφιμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σιτίο + -δόχη (< δέχομαι), πρβλ. καπνο-δόχη. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος].