νάβλας: Difference between revisions

From LSJ

γνοίης ὅσσον ὄνων κρέσσονες ἡμίονοι → you know how much better are donkeys from mules

Source
(13_5)
 
(26)
Line 1: Line 1:
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-0227.png Seite 227]] ὁ, Sp. auch ναύλας, ein musikalisches Saiteninstrument, Philem. bei Ath. IV, 175 d u. Poll. 4, 61; bei Ath. a. a. O. steht auch der gen. [[νάβλα]] u. heißt es eine Erfindung der Phönicier; bei Clem. Al. ein Instrument der Kappadocier; bei Strab. 10, 3, 17, der es auch ein barbarisches Wort nennt, haben die mss. νάμβλας. – Nach Hesych. hieß so auch der das Instrument spielte.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-02-0227.png Seite 227]] ὁ, Sp. auch ναύλας, ein musikalisches Saiteninstrument, Philem. bei Ath. IV, 175 d u. Poll. 4, 61; bei Ath. a. a. O. steht auch der gen. [[νάβλα]] u. heißt es eine Erfindung der Phönicier; bei Clem. Al. ein Instrument der Kappadocier; bei Strab. 10, 3, 17, der es auch ein barbarisches Wort nennt, haben die mss. νάμβλας. – Nach Hesych. hieß so auch der das Instrument spielte.
}}
{{grml
|mltxt=ο (Α [[νάβλας]])<br /><b>1.</b> η [[νάβλα]]<br /><b>2.</b> <i>([[κατά]] τον <b>Ησύχ.</b>)</i> «[[νάβλας]]<br />[[κιθαριστής]], [[εἶδος]] ὀργάνου μουσικοῡ δυσηχοῡς».<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Δάνεια λ. σημιτικής προελεύσεως (<b>πρβλ.</b> εβρ. <i>n</i><i>ē</i><i>bel</i> «[[άρπα]]»). Η αρχική σημ. της σημιτικής ρίζας ήταν «[[βάζο]], [[αγγείο]]», όπως μαρτυρεί και η σημιτικής προελεύσεως δάνεια λ. της ετρουσκικής <i>naplan</i> «[[κούπα]]». Το μουσ. όργανο θα [[πρέπει]] να πήρε την ονομ. αυτή λόγω του στρογγυλευμένου σχήματος του ηχείου του. Η Ελληνική δανείστηκε τη λ. [[μάλλον]] από τη Φοινικική (<b>πρβλ.</b> φοιν. <i>nbl</i> «[[άρπα]]»). Η λ. απαντά και στη Λατινική στους τ. <i>nallium</i>, <i>nallum</i>].
}}
}}

Revision as of 12:01, 29 September 2017

German (Pape)

[Seite 227] ὁ, Sp. auch ναύλας, ein musikalisches Saiteninstrument, Philem. bei Ath. IV, 175 d u. Poll. 4, 61; bei Ath. a. a. O. steht auch der gen. νάβλα u. heißt es eine Erfindung der Phönicier; bei Clem. Al. ein Instrument der Kappadocier; bei Strab. 10, 3, 17, der es auch ein barbarisches Wort nennt, haben die mss. νάμβλας. – Nach Hesych. hieß so auch der das Instrument spielte.

Greek Monolingual

ο (Α νάβλας)
1. η νάβλα
2. (κατά τον Ησύχ.) «νάβλας
κιθαριστής, εἶδος ὀργάνου μουσικοῡ δυσηχοῡς».
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνεια λ. σημιτικής προελεύσεως (πρβλ. εβρ. nēbel «άρπα»). Η αρχική σημ. της σημιτικής ρίζας ήταν «βάζο, αγγείο», όπως μαρτυρεί και η σημιτικής προελεύσεως δάνεια λ. της ετρουσκικής naplan «κούπα». Το μουσ. όργανο θα πρέπει να πήρε την ονομ. αυτή λόγω του στρογγυλευμένου σχήματος του ηχείου του. Η Ελληνική δανείστηκε τη λ. μάλλον από τη Φοινικική (πρβλ. φοιν. nbl «άρπα»). Η λ. απαντά και στη Λατινική στους τ. nallium, nallum].