μολιβδόδετος: Difference between revisions

From LSJ

ὑπὸ δὲ οἴστρου ἀεὶ ἑλκομένη ψυχή → a soul always dragged along by the fury of passion

Source
(25)
m (Text replacement - "Πολυδ" to "Πολυδ")
 
Line 1: Line 1:
{{ls
{{ls
|lstext='''μολιβδόδετος''': -ον, ὁ δεδεμένος, ἐστερεωμένος διὰ μολύβδου, [[Πολυδ]]. ϛʹ, 88.
|lstext='''μολιβδόδετος''': -ον, ὁ δεδεμένος, ἐστερεωμένος διὰ μολύβδου, Πολυδ. ϛʹ, 88.
}}
}}
{{grml
{{grml
|mltxt=[[μολιβδόδετος]], -ον (Α)<br /><b>βλ.</b> [[μολυβδόδετος]].
|mltxt=[[μολιβδόδετος]], -ον (Α)<br /><b>βλ.</b> [[μολυβδόδετος]].
}}
}}

Latest revision as of 19:00, 28 March 2021

Greek (Liddell-Scott)

μολιβδόδετος: -ον, ὁ δεδεμένος, ἐστερεωμένος διὰ μολύβδου, Πολυδ. ϛʹ, 88.

Greek Monolingual

μολιβδόδετος, -ον (Α)
βλ. μολυβδόδετος.