ἐναλαζονεύομαι: Difference between revisions

From LSJ

ὁ γὰρ μανθάνων κιθαρίζειν κιθαρίζων μανθάνει κιθαρίζειν → he who is learning the harp, learns the harp by harping

Source
(6_5)
(big3_14)
Line 4: Line 4:
{{ls
{{ls
|lstext='''ἐναλαζονεύομαι''': Ἀποθ., [[ἀλαζονεύομαι]] ἔν τινι, [[κομπάζω]], μεγαλαυχῶ, Σχόλ. εἰς Θουκ. 6. 12.
|lstext='''ἐναλαζονεύομαι''': Ἀποθ., [[ἀλαζονεύομαι]] ἔν τινι, [[κομπάζω]], μεγαλαυχῶ, Σχόλ. εἰς Θουκ. 6. 12.
}}
{{DGE
|dgtxt=[[jactarse]], [[vanagloriarse]] c. dat. μὴ ἐμπομπεύειν καὶ ἐναλαζ[ον] εύεσ[θαι ταῖς] ἐνδείαις τῶν πενομένων Didym.<i>Gen</i>.180.4, glos. a [[ἐλλαμπρύνομαι]] Sch.Th.6.12.
}}
}}

Revision as of 12:28, 21 August 2017

German (Pape)

[Seite 826] dabei großprahlen, Schol. Thuc. 6, 12.

Greek (Liddell-Scott)

ἐναλαζονεύομαι: Ἀποθ., ἀλαζονεύομαι ἔν τινι, κομπάζω, μεγαλαυχῶ, Σχόλ. εἰς Θουκ. 6. 12.

Spanish (DGE)

jactarse, vanagloriarse c. dat. μὴ ἐμπομπεύειν καὶ ἐναλαζ[ον] εύεσ[θαι ταῖς] ἐνδείαις τῶν πενομένων Didym.Gen.180.4, glos. a ἐλλαμπρύνομαι Sch.Th.6.12.