ἀπάρτημα: Difference between revisions

From LSJ

ἄδικον ἦν πλοῦτον ἔχειν παρὰ νόμον → it is unjust to have money against the law

Source
(6_5)
 
(big3_5)
 
Line 1: Line 1:
{{ls
{{ls
|lstext='''ἀπάρτημα''': -ατος, τό, τὸ ἀπηρτημένον ὡς [[κόσμημα]], τοῖς τῶν κοσύμβων ἀπαρτήμασιν Γρηγ. Νύσσ. τ. 1 σ. 182Β.
|lstext='''ἀπάρτημα''': -ατος, τό, τὸ ἀπηρτημένον ὡς [[κόσμημα]], τοῖς τῶν κοσύμβων ἀπαρτήμασιν Γρηγ. Νύσσ. τ. 1 σ. 182Β.
}}
{{DGE
|dgtxt=-ματος, τό<br />[[colgante]], [[abalorio]] ἀπηρτημένα σφαιροειδῆ ἀ. Gr.Nyss.<i>V.Mos</i>.100.10.
}}
}}

Latest revision as of 12:15, 21 August 2017

Greek (Liddell-Scott)

ἀπάρτημα: -ατος, τό, τὸ ἀπηρτημένον ὡς κόσμημα, τοῖς τῶν κοσύμβων ἀπαρτήμασιν Γρηγ. Νύσσ. τ. 1 σ. 182Β.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
colgante, abalorio ἀπηρτημένα σφαιροειδῆ ἀ. Gr.Nyss.V.Mos.100.10.