ευρύστομος: Difference between revisions
From LSJ
Sunt verba voces quibus hunc lenire dolorem possis, magnam morbi deponere partem → Words will avail the wretched mind to ease and much abate the dismal black disease.
(15) |
m (Text replacement - "<i>ο [[" to "ο [[") |
||
Line 1: | Line 1: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=-η, -ο (ΑΜ [[εὐρύστομος]], -ον)<br />αυτός που έχει ευρύ [[στόμα]], πλατύτερο από το συνηθισμένο<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> (για αγγεία) αυτό που έχει ευρύ [[στόμιο]]<br /><b>2.</b> <b>το αρσ. ως ουσ.</b | |mltxt=-η, -ο (ΑΜ [[εὐρύστομος]], -ον)<br />αυτός που έχει ευρύ [[στόμα]], πλατύτερο από το συνηθισμένο<br /><b>νεοελλ.</b><br /><b>1.</b> (για αγγεία) αυτό που έχει ευρύ [[στόμιο]]<br /><b>2.</b> <b>το αρσ. ως ουσ.</b> ο [[ευρύστομος]]<br />[[γένος]] κορακιόμορφων πτηνών της οικογένειας coraciidae<br /><b>μσν.-αρχ.</b><br />αυτός που μιλάει ασυλλόγιστα και ανεξέλεγκτα.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ευρυ</i>- <span style="color: red;">+</span> -<i>στομος</i> (<span style="color: red;"><</span> [[στόμα]]), <b>[[πρβλ]].</b> [[αμφί]]-<i>στομος</i>, <i>ελευθερό</i>-<i>στομος</i>]. | ||
}} | }} |
Revision as of 11:10, 14 January 2019
Greek Monolingual
-η, -ο (ΑΜ εὐρύστομος, -ον)
αυτός που έχει ευρύ στόμα, πλατύτερο από το συνηθισμένο
νεοελλ.
1. (για αγγεία) αυτό που έχει ευρύ στόμιο
2. το αρσ. ως ουσ. ο ευρύστομος
γένος κορακιόμορφων πτηνών της οικογένειας coraciidae
μσν.-αρχ.
αυτός που μιλάει ασυλλόγιστα και ανεξέλεγκτα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευρυ- + -στομος (< στόμα), πρβλ. αμφί-στομος, ελευθερό-στομος].