σκορόβυλος: Difference between revisions

From LSJ

ὑπὸ δὲ οἴστρου ἀεὶ ἑλκομένη ψυχή → a soul always dragged along by the fury of passion

Source
(6_14)
 
(37)
Line 1: Line 1:
{{ls
{{ls
|lstext='''σκορόβυλος''': ὁ, [[εἶδος]] κανθάρου, Ἡσύχ.
|lstext='''σκορόβυλος''': ὁ, [[εἶδος]] κανθάρου, Ἡσύχ.
}}
{{grml
|mltxt=Α<br /><i>([[κατά]] τον <b>Ησύχ.</b>)</i> «[[κάνθαρος]]».
}}
}}

Revision as of 12:29, 29 September 2017

Greek (Liddell-Scott)

σκορόβυλος: ὁ, εἶδος κανθάρου, Ἡσύχ.

Greek Monolingual

Α
(κατά τον Ησύχ.) «κάνθαρος».