αμφιάζω: Difference between revisions

From LSJ

Ταμιεῖον ἀνθρώποισι σωφροσύνη μόνη → Magnum horreum est hominibus temperantia → Ihr Vorratsschatz ist Menschen Mäßigung allein

Menander, Monostichoi, 505
(3)
 
m (Text replacement - "<b>πρβλ.</b>" to "πρβλ.")
Line 1: Line 1:
{{grml
{{grml
|mltxt=[[ἀμφιάζω]] (Α)<br />(μεταγενέστερο [[αντί]] του [[ἀμφιέννυμι]]) [[περιβάλλω]] με ενδύματα κάποιον ή [[κάτι]], [[ενδύω]], [[ντύνω]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ἀμφὶ</i>- <span style="color: red;">+</span> -<i>άζω</i>, αναλογικά με τα ρ. σε -<i>άζω</i> (<b>[[πρβλ]].</b> λ.χ. [[ἀντιάζω]]). Πρόκειται για μεταπλασμένο στους ελληνιστικούς [[χρόνος]] τ. του ρ. [[ἀμφιέννυμι]]. Παραλλαγή του τ. έχουμε στο ρ. [[ἀμφιέζω]].<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[ἀμφίασις]], [[ἀμφίασμα]].
|mltxt=[[ἀμφιάζω]] (Α)<br />(μεταγενέστερο [[αντί]] του [[ἀμφιέννυμι]]) [[περιβάλλω]] με ενδύματα κάποιον ή [[κάτι]], [[ενδύω]], [[ντύνω]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> <i>ἀμφὶ</i>- <span style="color: red;">+</span> -<i>άζω</i>, αναλογικά με τα ρ. σε -<i>άζω</i> (πρβλ. λ.χ. [[ἀντιάζω]]). Πρόκειται για μεταπλασμένο στους ελληνιστικούς [[χρόνος]] τ. του ρ. [[ἀμφιέννυμι]]. Παραλλαγή του τ. έχουμε στο ρ. [[ἀμφιέζω]].<br /><b><span style="color: brown;">ΠΑΡ.</span></b> [[ἀμφίασις]], [[ἀμφίασμα]].
}}
}}

Revision as of 10:30, 23 December 2018

Greek Monolingual

ἀμφιάζω (Α)
(μεταγενέστερο αντί του ἀμφιέννυμι) περιβάλλω με ενδύματα κάποιον ή κάτι, ενδύω, ντύνω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφὶ- + -άζω, αναλογικά με τα ρ. σε -άζω (πρβλ. λ.χ. ἀντιάζω). Πρόκειται για μεταπλασμένο στους ελληνιστικούς χρόνος τ. του ρ. ἀμφιέννυμι. Παραλλαγή του τ. έχουμε στο ρ. ἀμφιέζω.
ΠΑΡ. ἀμφίασις, ἀμφίασμα.