Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γρομφάς: Difference between revisions

From LSJ

Σοφὸς γὰρ οὐδείς, ὃς τὰ πάντα προσκοπεῖ → Omnia vel sapiens nemo est, qui prospexerit → Denn keinen Weisen gibt's, der alles sieht vorher

Menander, Monostichoi, 486
(1b)
m (Text replacement - "˙" to "·")
Line 3: Line 3:
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''γρομφάς''': -άδος, ἡ, ἢ γρομφίς, ίδος, ἡ, Λατ. scrofa, γουροῦνα, Ἱππῶναξ 48˙ πρβλ. Ἡσύχ. καὶ Σουΐδ. (Πιθαν. ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης ἐξ ἧς καὶ τὸ [[γράφω]] (Δωρ. [[γρόφω]]), ὀρύττω, πρβλ. Λατ. scrobs).
|lstext='''γρομφάς''': -άδος, ἡ, ἢ γρομφίς, ίδος, ἡ, Λατ. scrofa, γουροῦνα, Ἱππῶναξ 48· πρβλ. Ἡσύχ. καὶ Σουΐδ. (Πιθαν. ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης ἐξ ἧς καὶ τὸ [[γράφω]] (Δωρ. [[γρόφω]]), ὀρύττω, πρβλ. Λατ. scrobs).
}}
}}
{{DGE
{{DGE

Revision as of 19:32, 6 January 2019

German (Pape)

[Seite 507] άδος, u. γρομφίς, ίδος, ἡ, Mutterschwein, Sau, VLL.

Greek (Liddell-Scott)

γρομφάς: -άδος, ἡ, ἢ γρομφίς, ίδος, ἡ, Λατ. scrofa, γουροῦνα, Ἱππῶναξ 48· πρβλ. Ἡσύχ. καὶ Σουΐδ. (Πιθαν. ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης ἐξ ἧς καὶ τὸ γράφω (Δωρ. γρόφω), ὀρύττω, πρβλ. Λατ. scrobs).

Spanish (DGE)

-άδος, ἡ cerda vieja Hsch., Gloss.3.18, cf. γρόμφις.

Greek Monolingual

γρομφάς (-άδος) και γρόμφις (-ιος), η (Α)
η γουρούνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πρόκειται πιθ. για εκφραστικούς μεταρρηματικούς τύπους].

Frisk Etymological English

-άδος
Grammatical information: f.
Meaning: ὗς παλαιά, σκρόφα H.
Other forms: γρόμφις, -ιος f. (Hippon., H.), γρόμφαινα f.
Derivatives: γρομφάζω grunt (Gloss.).
Origin: ONOM [onomatopoia, and other elementary formations]
Etymology: Onomatop. words. Cf. γρύζω, and στομφάζω speak loudly. - Is Lat. scrōfa sow a loan from Greek (note the absence of the nasal\/prenasalization)?