ταπεινοκέφαλος: Difference between revisions
From LSJ
ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ → but deliver us from evil
(40) |
m (Text replacement - "<i>ο [[" to "ο [[") |
||
Line 1: | Line 1: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=-η, -ο, Ν<br /><b>1.</b> αυτός που από φυσικού του έχει χαμηλό [[κρανίο]]<br /><b>2.</b> <b>το αρσ. ως ουσ.</b | |mltxt=-η, -ο, Ν<br /><b>1.</b> αυτός που από φυσικού του έχει χαμηλό [[κρανίο]]<br /><b>2.</b> <b>το αρσ. ως ουσ.</b> ο [[ταπεινοκέφαλος]]<br /><b>(παλαιοντ.)</b> απολιθωμένο [[γένος]] θηλαστικόμορφων ερπετών που ανήκει στην [[τάξη]] τών θηριαψιδωτών, [[είναι]] [[τυπικό]] της υπόταξης tapinocephaloidea και χαρακτηρίζεται από πολλές εξειδικευμένες φυτοφάγες μορφές.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[ταπεινός]] <span style="color: red;">+</span> -[[κέφαλος]] (<span style="color: red;"><</span> [[κεφαλή]]), <b>πρβλ.</b> <i>στενο</i>-[[κέφαλος]]. Η λ. με την επιστημονική της σημ. [[είναι]] αντιδάνεια, <b>πρβλ.</b> αγγλ. <i>tapinocephalus</i>]. | ||
}} | }} |
Revision as of 11:15, 14 January 2019
Greek Monolingual
-η, -ο, Ν
1. αυτός που από φυσικού του έχει χαμηλό κρανίο
2. το αρσ. ως ουσ. ο ταπεινοκέφαλος
(παλαιοντ.) απολιθωμένο γένος θηλαστικόμορφων ερπετών που ανήκει στην τάξη τών θηριαψιδωτών, είναι τυπικό της υπόταξης tapinocephaloidea και χαρακτηρίζεται από πολλές εξειδικευμένες φυτοφάγες μορφές.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ταπεινός + -κέφαλος (< κεφαλή), πρβλ. στενο-κέφαλος. Η λ. με την επιστημονική της σημ. είναι αντιδάνεια, πρβλ. αγγλ. tapinocephalus].