οὐ γὰρ πράξιν ἀγαθὴν, ἀλλὰ καὶ εὖ ποεῖν αὐτὴν → it does not suffice to do good–one must do it well
(Μ ἀποναρκῶ, -όω, Α ἀποναρκοῦμαι, -όομαι)νεοελλ.ναρκώνω κάποιοναρχ.-μσν.είμαι εντελώς ναρκωμένος ή μουδιασμένος.