Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ → The fool laughs even when there's nothing to laugh at
1ᵉ sg. ao.2 de δύω;3ᵉ pl. poét. ao.2 de δύω.
ἔδῡν: αόρ. βʹ του δύω· επίσης, Επικ. γʹ πληθ. του ἔδυσαν.
ἔδῡν: I 1 л. sing. aor. 2 к δύω I.ἔδῠν: II 3 л. pl. aor. 2 к δύω I.