σπαλακός
From LSJ
Θεοῦ γὰρ οὐδεὶς χωρὶς (ἐκτὸς οὐδεὶς) εὐτυχεῖ βροτῶν → Nullus beatus absque numine est dei → Glückselig Gott allein und sonst kein Sterblicher
English (LSJ)
σπαλακή, σπαλακόν, perhaps mole-coloured, BGU1283.16 (iii A.D.), dub. in PHib.1.120.15 (iii B.C.).
Greek Monolingual
-ή, -όν, Α σπάλαξ, -ακος]
πιθ. αυτός που έχει το χρώμα του ασπάλακα.